Η ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΗ ΧΑΓΗ: ΛΥΣΗ Ή ΑΒΑΣΑΝΙΣΤΗ ΥΠΕΚΦΥΓΗ; άρθρο του Υποναυάρχου ε.α. Στέλιου Φενέκου

0

 

Επειδή ακούγονται πολλά τελευταία για πιθανότητα αποδοχής από την Τουρκία της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ – ICJ) ως τρόπο επίλυσης του μοναδικού για την Ελληνική πλευρά ζητήματος με την Τουρκία, την οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας καλό είναι αν επισημανθούν τα παρακάτω:

  1. Τα κράτη που εμπλέκονται στη διαφορά και προσφεύγουν στο ΔΔΧ, πρέπει να έχουν πρόσβαση στο Δικαστήριο, να έχουν δηλαδή αποδεχθεί την δικαιοδοσία του και να συναινέσουν για την προσφυγή για την εξέταση της εν λόγω διαφοράς. Αυτή είναι μια θεμελιώδης αρχή που διέπει την επίλυση των διεθνών διαφορών, καθώς τα κράτη είναι κυρίαρχα και ελεύθερα να επιλέξουν τον τρόπο επίλυσης των διαφορών τους.
  2. Ένα κράτος μπορεί να εκδηλώσει τη συγκατάθεσή του για την προσφυγή στο ΔΔΧ με τρεις τρόπους:

α) Με ειδική συμφωνία (statute άρθ. 36 παρ. 1):

Δύο ή περισσότερα κράτη με μία νομική διαφορά, μπορούν να συμφωνήσουν να την υποβάλουν από κοινού στο Δικαστήριο, αφού συνάψουν συμφωνία για το σκοπό αυτό, όπου να περιλαμβάνονται για το συγκεκριμένο ζήτημα και μόνο, όλες οι διαφορές για τις οποίες έχουν συμφωνήσει οι διάδικοι να προσφύγουν για επίλυση. Η συμφωνία αυτή υποβάλλεται ενώπιον του Δικαστηρίου (με την κοινοποίηση στη Γραμματεία), γνωστή ως ειδική συμφωνία -συνυποσχετικό (special agreement), η οποία συνάπτεται από τα μέρη ειδικά για το σκοπό αυτό.

β) Όταν προβλέπεται η δυνατότητα προσφυγής (και μονομερώς), με ρήτρα σε μια συνθήκη (statute άρθρ. 36 παρ.1) :

Πάνω από 300 διεθνείς συμβάσεις και συνθήκες περιέχουν ρήτρες (γνωστές ως ρήτρες δικαιοδοσίας), με τις οποίες κάθε κράτος μέλος της Συνθήκης αποδέχεται εκ των προτέρων την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που προκύψει διαφορά με άλλο Κράτος μέλος της ίδιας συνθήκης, σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Συνθήκης αυτής και μόνο. Τέτοια ζητήματα υποβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω μονομερούς γραπτής αίτησης για την εκκίνηση της διαδικασίας (written application instituting proceedings), η οποία πρέπει να αναφέρει το αντικείμενο της διαφοράς και τα μέρη (statute, άρθρ. 40 παρ.1) και στο μέτρο του δυνατού, να διευκρινίζει τη διάταξη βάσει της οποίας ο αιτών αιτείται την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.

γ) Με μονομερή δήλωση λόγω δεσμευτικής δικαιοδοσίας (compulsory jurisdiction):

Τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν αναγνωρίσει και επικυρώσει το καταστατικό του Δικαστηρίου και αναγνωρίζουν “ipso facto” ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι δεσμευτική (compulsory jurisdiction). Μπορούν επίσης να επιλέξουν πότε θα προβούν σε μονομερή δήλωση που να αναγνωρίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι δεσμευτική (compulsory) έναντι οποιουδήποτε άλλου κράτους που την αποδέχεται επίσης ως δεσμευτική. Αυτό το “προαιρετικό σύστημα ρήτρας”, οδήγησε μία ομάδα κρατών, καθένα από τα οποία έχει δώσει στο Δικαστήριο τη δικαιοδοσία για να επιλύει οποιαδήποτε διαφορά που ενδέχεται να προκύψει μεταξύ τους στο μέλλον.

Μπορούν επίσης τα κράτη αυτά να υποβληθούν περιοριστικές δηλώσεις, οι οποίες να περιέχουν επιφυλάξεις και να θέτουν χρονικούς περιορισμούς όσον αφορά την εξέταση επί της αποδοχής ή να αποκλείουν ορισμένες κατηγορίες διαφορών.  Οι επιφυλάξεις αυτές κατατίθενται από τα κράτη στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.

Αυτό έχει κάνει και η Ελλάδα (2013), όταν κατέθεσε στον ΟΗΕ επιφύλαξη δια του τότε ΥΠΕΞ Ευάγγελου Βενιζέλου, ως προς την αποδοχή της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ΔΔΧ), στην περίπτωση που οι οριοθετήσεις θαλάσσιες «ακουμπήσουν» θέματα κυριαρχίας, εδαφικής ακεραιότητας και άμυνας ώστε να εξαιρεθούν από τυχόν μονομερή Προσφυγή της Τουρκίας στην Χάγη.

  1. Υπάρχει ευρέως διαδεδομένη η αντίληψη, ότι το λεγόμενο συνυποσχετικό (special agreement) που πρέπει να συναφθεί μεταξύ των κρατών που προσφεύγουν και το οποίο να δηλώνει την συμφωνία τους για την δικαιοδοσία του ΔΔΧ και για την παραπομπή επί συγκεκριμένης νόμιμης διαφοράς, είναι εξαιρετικά δεσμευτικό για το Δικαστήριο και δεν θα μπορούν να παρεισφρήσουν και άλλα θέματα εκτός της ΑΟΖ και της Υφαλοκρηπίδας, εάν οι δυο χώρες συμφωνήσουν να προσφύγουν μόνο γι’ αυτά.

Όμως αυτό είναι αμφιλεγόμενο και θα εξηγήσω γιατί:

α) Αφενός μετά την υποβολή του συνυποσχετικού, του οποίου η μορφή και ο τύπος δεν είναι θεσμοθετημένα με ακρίβεια, οι χώρες υποβάλλουν μνημόνια με τα επιχειρήματά τους επί των θέσεων (memorial),

β) στην συνέχεια υποβάλλουν και απαντητικά μνημόνια (counter-memorial) για τα αρχικά μνημόνια κάθε κράτους, όπως επίσης μπορούν να υποβληθούν και επιστολές από τα κράτη που συμμετέχουν.

γ) Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατή έμμεσα (και πολλές φορές εξ αποτελέσματος) η υπέρβαση των διασφαλίσεων του συνυποσχετικού.

Ας δούμε ένα παράδειγμα:

  • Η χώρα Ε συνυπογράφει την ειδική συμφωνία (συνυποσχετικό-special agreement) με την χώρα Τ , με την οποία εκφράζουν μία νόμιμη διεκδίκηση. Δηλαδή να καθορισθούν τα όρια της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, εκεί όπου υπάρχουν επικαλύψεις από τις διεκδικούμενες και από τις δύο χώρες περιοχές.
  • Και έστω ότι εντός αυτών των περιοχών υπάρχουν νησίδες, για την κυριαρχία των οποίων η χώρα Ε έχει ισχυρά κατοχυρωμένα δικαιώματα από άλλες διεθνείς συνθήκες, αλλά τις διεκδικεί καταχρηστικά η χώρα Τ.
  • Το ΔΔΧ θα βρεθεί αναγκαστικά μπροστά στο ζήτημα της κυριαρχίας για τις νησίδες αυτές από την αρχή, αλλιώς πως θα χαράξει την μέση γραμμή όπως κάνει αρχικά σε κάθε ανάλογη υπόθεση οριοθέτησης ΑΖ και υφαλοκρηπίδας;), Γιατί το ΔΔΧ πρώτα χαράσσει την μέση γραμμή σύμφωνα με την UNCLOS, ώστε στη συνέχεια να εξετάσει τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς και να αποφασίσει επί του βαθμού επήρειας που θα αναγνωρίσει για τα νησιά και τις νησίδες της κάθε πλευράς.
  • Αναγκαστικά λοιπόν το ΔΔΧ θα ζητήσει από τις δύο πλευρές να τοποθετηθούν με μνημόνια (memorial) και απαντητικά αντιμνημόνια (counter-memorial) η κάθε πλευρά για αυτά τα κρίσιμα εκκρεμή ζητήματα.
  • Και ας υποθέσουμε ότι η χώρα Ε που δεν θέλει να συζητηθεί το ζήτημα, δεν συμφωνεί για να εξετασθεί από το ΔΔΧ το ζήτημα της κυριαρχίας επί των συγκεκριμένων νησίδων, αφού δεν είχε συμπεριληφθεί στο συνυποσχετικό. Τότε το δικαστήριο είναι πολύ πιθανόν να καλέσει τις χώρες να επιλύσουν αυτήν πρώτα την διαφορά είτε να διαπραγματευθούν επί αυτού του ζητήματος (αφού δεν έχει αναγνωρισθεί στο συνυποσχετικό η δικαιοδοσία του ΔΔΧ για να εξετάσει αυτό το ζήτημα,  αφού η κυριαρχία ρυθμίζεται από άλλες συνθήκες και όχι από την UNCLOS, την οποία επικαλέσθηκαν οι δύο πλευρές στο συνυποσχετικό) και να επανέλθουν για την συνολική διευθέτηση μετά. Άλλως, μπορεί να αποφασίσει για όλες τις άλλες ξεκάθαρες περιοχές και να αφήσει εκτός τις συγκεκριμένες, όπου υπάρχουν ζητήματα αμφισβήτησης της κυριαρχίας από την μία πλευρά, παραινώντας τις χώρες να επιλύσουν αυτήν την διαφορά,  γκριζάροντας όμως εκ του αποτελέσματος επίσημα πλέον, τις υπό αμφισβήτηση περιοχές.

Συνεπώς το συνυποσχετικό ελάχιστα διαφύλαξε την χώρα Ε από το να μην τεθούν επίσημα και εκ του αποτελέσματος υπό αμφισβήτηση τα ζητήματα κυριαρχίας επί νησίδων που θέτει η χώρα Τ.

ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΔΔΧ

Οι αποφάσεις που εκδίδει το Δικαστήριο (ή ένα τμήμα του) σε διαφορές μεταξύ κρατών, είναι δεσμευτικές για τα ενδιαφερόμενα μέρη. Το άρθρο 94 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ορίζει ότι «[κάθε] Μέλος των Ηνωμένων Εθνών δεσμεύεται να συμμορφωθεί με την απόφαση του [Δικαστηρίου] σε κάθε περίπτωση στην οποία είναι διάδικος». Αν και δεν είναι δεσμευτικές για τρίτες χώρες, εν τούτοις είναι οριστικές και ανέκκλητες (πιο κάτω επεξηγείται πότε υπάρχει δυνατότητα αναθεώρησης) και η βαρύτητά τους στο διεθνές περιβάλλον είναι σημαντική

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ

Φυσικά υπάρχει και το ζήτημα της ερμηνείας κάθε απόφασης. Για αυτό το άρθρο 60 του καταστατικού ορίζει ότι, η απόφαση είναι οριστική και ανέκκλητη. Σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με την έννοια ή την έκταση εφαρμογής της, το Δικαστήριο θα ερμηνεύει την απόφαση ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε από τους διαδίκους.

Συνεπώς εάν υπάρχει διαφορά σχετικά με το νόημα ή το πεδίο εφαρμογής μιας απόφασης, η μόνη δυνατότητα είναι ένας από τους διαδίκους να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για ερμηνεία.

Υπάρχει περίπτωση αιτήματος για αναθεώρηση αποφάσεως του ΔΔΧ, μόνο όμως σε περίπτωση ανακάλυψης ενός γεγονότος μέχρι σήμερα άγνωστου στο Δικαστήριο που θα μπορούσε να είναι αποφασιστικός παράγοντας για τις αποφάσεις του. Κάθε διάδικος στην περίπτωση αυτή μπορεί να υποβάλει αίτηση για αναθεώρηση της απόφασης.

ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ

Συνεπώς που βασίζεται η σιγουριά όσων επικαλούνται ελαφρά τη καρδία την  προσφυγή στο ΔΔΧ για την οριοθέτηση ΜΟΝΟ της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ στο Αιγαίο (για την Ανατ. Μεσόγειο είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και αναλύεται πιο κάτω), χωρίς όμως να αναδειχθούν στο Δικαστήριο από την Τουρκία τα ζητήματα κυριαρχίας επί νησίδων και χωρίς τελικά να τεθεί εκ του αποτελέσματος ένα τέτοιο ζήτημα υπό αμφισβήτηση και με την βούλα μάλιστα του ΔΔΧ; (Ξαναδείτε το προηγούμενο υποθετικό παράδειγμα)

Η μόνη περίπτωση προσφυγής στο ΔΔΧ, χωρίς να μπορούν να αναδειχθούν τέτοια ζητήματα αλλά μόνο η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ, είναι στην Ανατολική Μεσόγειο και μάλιστα εάν δεν θέλει η Τουρκία, με την προσφυγή της Ελλάδος της Αιγύπτου και της Κύπρου.

Τότε σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ.2 και 3 του καταστατικού, ο Γραμματέας θα κοινοποιεί αμέσως την αίτηση σε όλους τους ενδιαφερόμενους και θα ενημερώνει επίσης τα μέλη των Ηνωμένων Εθνών μέσω του Γενικού Γραμματέα καθώς και κάθε άλλο κράτος που έχει το δικαίωμα να παρίσταται στο Δικαστήριο. Συνεπώς η Τουρκία θα βρεθεί στο δίλημμα να παρέμβει και να αιτηθεί να παρασταθεί, άλλως να υποβάλλει μνημόνιο με τις θέσεις και τα επιχειρήματά της είτε να απέχει (εάν δεν θέλει να αναγνωρίζει την Κύπρο ή την αρμοδιότητα του ΔΔΧ) και να αρνηθεί μετά την ισχύ των οιωνδήποτε αποφάσεων του ΔΔΧ δεν την συμφέρουν.

Βέβαια το Δικαστήριο  σε κάθε περίπτωση (είτε μετέχει η Τουρκία είτε όχι)  θα αποφασίσει με δίκαιο τρόπο και επίσης θα δεχθεί την παρέμβαση των ενδιαφερομένων χωρών που δεν είχαν προσφύγει αρχικά (όπως συνέβη σε ανάλογες περιπτώσεις διεκδικήσεων μεταξύ χωρών της Λατινικής Αμερικής-περίπτωση προσφυγής Νικαράγουας – Κολομβίας όπου η Κόστα Ρίκα  και η Ονδούρα αιτήθηκαν να παρέμβουν μετά).

Συνεπώς οι διερευνητικές που θα προετοίμαζαν τον διάλογο και σε περίπτωση αποτυχίας  σε προσφυγή στο ΔΔ της Χάγης με όλους τους ενδιαφερόμενους (ακόμη και εάν η Τουρκία διαφωνούσε, η Ελλάδα με Αίγυπτο και Κύπρο), θα είχε πιθανότητες οριστικής διευθέτησης, με βάση την UNCLOS για την υφαλοκρηπίδα και την  ΑΟΖ, μόνο στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου και ξεκίνησαν τα πρόσφατα ζητήματα παραβιάσεων των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.

Είναι λάθος ότι τα βάζουμε όλα στο ίδιο καζάνι με μία αόριστη και εξόχως αμφιλεγόμενη ρητορική για προσφυγή στη Χάγη για το Αιγαίο (για την Ανατ. Μεσόγειο το ζήτημα παρουσιάζει διαφορές) χωρίς να έχουν εξετασθεί όλες οι παραπάνω αναλυθείσες προϋποθέσεις και  παράμετροι.

Αφήστε μια απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε εδώ το όνομά σας