Κάποτε το Μαρούσι… Γράφει ο Θεμιστοκλής Σολόπουλος

0

Το Μαρούσι είχε πάντοτε δικά του ηχοχρώματα και μυρωδιές ανάλογα με την εποχή του χρόνου. Είχε και γεγονότα τα οποία επαναλαμβάνονταν κάθε χρόνο αλλά και άλλα με χαρακτηριστικούς τύπους ανθρώπων, οι οποίοι οριοθετούσαν τον κοινωνικό περίγυρο. Και επειδή ακόμη από την παλιά εποχή συνηθιζόταν να ξεκινάμε με βάση τη θρησκευτική μας συνείδηση λέγαμε «από Θεού άρχεσθαι». Το Μαρούσι λοιπόν είχε ένα προνόμιο, το προνόμιο μιας μεγάλης γιορτής προς τιμήν της Παναγίας, 15η Αυγούστου όπου άλλαζαν τα πάντα.

Όλοι οι Μαρουσιώτες προετοιμάζονταν γι’ αυτό το μεγάλο γεγονός, γι’ αυτή την μεγάλη έκφραση θρησκευτικότητας. Γι’ αυτό δεν υπήρχε καμμιά δραστηριότητα- κανενός είδους δραστηριότητα – που να μην είχε σχέση με τα λατρευτικά δρώμενα. Εμείς, τα μικρά παιδιά, έπρεπε να προετοιμαστούμε κατάλληλα τρείς ημέρες πριν. Οι δικοί μας, μάς οδηγούσαν να κουρέψουμε τα μαλλιά μας. Όπως ο δικός μου παππούς, ο Σπύρος ο Μπόγδανος ο «Καφούσος», με πήγαινε πότε στου Καρβελά το Κομμωτήριο του και άλλοτε στου Τερτεπλή το Κομμωτήριο, δίπλα στην Ερμού, δίπλα στο ζαχαροπλαστείον του Γαϊτανίδη, με τις εκπληκτικές πάστες.

Το κούρεμα ήτανε το πρώτο δείγμα ότι προετοιμαζόμασταν για τη μεγάλη γιορτή και το δεύτερο ήταν κάτι πέδιλα τα οποία ήταν κατάλευκα αλλά έπρεπε να προσέχουμε να μην κλωτσάμε πέτρες και τα λερώναμε. Με τη βοήθεια του σπιτιού και κάποιου μέλους της οικογένειας τα βάφαμε με ένα υλικό, σαν γάλα, που λεγόταν στουπέτσι περιμένοντας μαζί με άλλα παιδιά και άλλες οικογένειες να πάμε στην λειτουργία και την περιφορά της Αγίας Εικόνας.

Αμέσως μετά την γέφυρα άρχιζαν τα κανατάδικα τα οποία έδιναν το πρώτο χρώμα στο Μαρούσι και εν συνεχεία προχωρώντας άρχιζαν τα καλοχτισμένα σπίτια των Μαρουσιωτών που το φιλανθές των γυναικών του Μαρουσιού τα είχε μετατρέψει σε αληθινούς κήπους  και πίνακες ζωγραφικής. Σπίτι Μαρουσιώτικο και αυλή ακάθαρτη δεν έβρισκες πουθενά και πάντα κυριαρχούσε ο ασβέστης. Όσο προχωρούσες αντιλαμβανόσουν ότι το Μαρούσι, η Πλατεία Κασταλίας, γέμιζε σιγά σιγά από προσκυνητές προερχόμενους από την Αθήνα  κυρίως αλλά και από άλλα μέρη της πατρίδας μας. Γέμιζε από επισκέπτες οι οποίοι είχαν ως στόχο την προσκύνηση της Εικόνας αλλά και την ευχαρίστηση όσων κυρίως κρασιού και καθαρού αέρα μπορούσε να προσφέρει το προάστιο με τα υπέροχα νερά του. Απολάμβαναν οι επισκέπτες ό,τι ωραιότερο υπήρχε στο Μαρούσι και μετά βεβαίως την λιτανεία. Κυρίως οι επισκέπτες περιδιάβαιναν τους διάφορους πάγκους με τις χιλιάδες αντικείμενα που πωλούνταν. Άλλοι έμεναν περισσότερο και άλλοι λιγότερο. Και τότε εμφανίζονταν κυρίως οι Μαρουσιώτες οικογενειακώς και έπιαναν τραπεζάκια στην Πλατεία Κασταλίας. Και τότε βεβαίως για τους μικρούς σαν εμένα άρχιζε ο πόλεμος των υποβρυχίων. Οι μεγάλοι παππούδες έπιναν τα ουζάκια τους με τους εξαίρετους μεζέδες που προετοίμαζαν στα καφενεία οι μαγαζάτορες και οι συζητήσεις παντός είδους έπαιρναν και έδιναν, κι εμείς οι μικροί προσπαθούσαμε για δεύτερο και τρίτο υποβρύχιο δηλαδή Χιώτικη, κατάλευκη μαστίχα του κουταλιού μέσα στο μαρουσιώτικο νερό.

Την επομένη όλα στο Μαρούσι είχαν πάρει τον κανονικό τους δρόμο. Η κανονικότητα συνεχιζόταν στη μαρουσιώτικη κοινωνία, με τις κύριες ασχολίες των Μαρουσιωτών, τα πατατοχώραφα, οι δουλειές του σπιτιού, οι γεωργικές κυρίως εργασίες οι οποίες κούραζαν αλλά και απέδιδαν. Τα Μαρουσιώτικα νοικοκυριά είχαν από τις προσπάθειες των κατοίκων μια αυτάρκεια θαυμαστή. Εμένα ο παππούς μου άρχιζε να με βοηθά να καταλάβω πως λειτουργεί μια κοινωνία και με έστελνε με τα λεφτά στο χέρι να πάω στο φουρνάρικο του Κατσέλη, στην αρχή της Μητροπόλεως, για ψωμί ή στο φουρνάρικο του Λιούτα. Πολλές φορές επειδή στο σπίτι υπήρχαν τρείς προβατίνες με έστελνε ακόμη και πιο πέρα, στου Διάμεση που ήταν παραπάνω, να αγοράσω μπαμπακόπιτα. Στο γυρισμό, συναντούσα μια ταβέρνα, την ταβέρνα του Σώχου, όπου εκεί λίγα μέτρα από το ιερό της Παναγίας οι παλαιοί Μαρουσιώτες έβρισκαν χρόνο για να πουν τα καλά και τα κακά της κοινωνίας. Εκεί λοιπόν συνέβη ένα σπαρταριστό γεγονός το οποίο έμεινε ως μοναδικό. Αυτό θα το αναφέρουμε στο επόμενο σημείωμα.

(Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Αντώνη Μπιλιλή)

Αφήστε μια απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε εδώ το όνομά σας