8 Σεπτεμβρίου: Tο Μαρούσι τιμά με ευλάβεια και σεβασμό την Παναγία την Νερατζιώτισσα

0

Πρόκειται για ένα από τα πλέον ιστορικά παρεκκλήσια της Αττικής, με ιστορία που χάνεται στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, και σύμφωνα με πληροφορίες της Μητροπόλεως Κηφισίας το ιερό Μητροπολιτικό παρεκκλήσιο της Παναγίας Νεραντζιώτισσας  βρίσκεται στη βάση του λόφου του Πέλικα στο Μαρούσι, πλησίον των παρεκκλησίων του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Ιωάννου του Πέλικα και του ομώνυμου σταθμού του Ηλεκτρικού και Προαστιακού σιδηροδρόμου στο σημείο όπου σήμερα η οδός Αγ. Κωνσταντίνου συναντά την οδό Νερατζιωτίσσης. Σημειώνεται δε, πως πιθανώς ονομάστηκε Νεραντζιώτισσα λόγω της καλλιέργειας  νεραντζιών στη γύρω περιοχή. Όπως αναφέρει ο Κώστας Α. Βλεσσίδης που έγραφε την επιφυλλίδα στην εφημερίδα ΑΘΜΟΝΙΟΝ ΒΗΜΑ (φ. 6 Απρίλιος 1994) «Το Άθμονο παρέμεινε στη θέση Πέλικα και επί των ημερών του Χριστιανισμού και είχε ως καθεδρικό Ναό τη Νερατζιώτισσα, ονομασία που πήρε από τις πολλές νερατζιές που υπήρχαν εκεί, ή μάλλον της Παναγιάς της Οδηγήτριας, όπως προκύπτει από επιγραφή που βρίσκεται στο υπέρθυρο του Ναού ανάμεσα σε δύο ταξιάρχες που κρατούν τα σύμβολα του αξιώματός τους και έχει ως εξής:  ΜΗ-ΘΥ-Η ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ»

Ο  ναός είναι ρυθμού καμαροσκέπαστης μονόκλιτης βασιλικής με τρείς αψίδες και εξωτερικά ποδαρικά, χαρακτηρίζεται ως μονόχωρος δρομικός, με ημικυκλική αψίδα ιερού και μεταγενέστερη προσθήκη νάρθηκα στη δυτική πλευρά, επίσης καμαροσκέπαστου. Οι συνολικές διαστάσεις του είναι 13,85 x 6,50 μέτρα. Ο κυρίως ναός είναι μια ορθογώνια αίθουσα, καλυπτόμενη με καμάρα που βασίζεται στους δύο μακρούς τοίχους. Η πίεση που εξασκεί σε αυτούς το βάρος της λιθόκτιστης καμάρας, επέβαλε την ενίσχυση της τελευταίας από τρία μεγάλα τόξα από καλοδουλεμένους λίθους τα οποία κτίστηκαν κατά ίσα περίπου διαστήματα στο εσωτερικό και ένας μεγάλος επικλινής τοίχος αντιστήριξης εξωτερικά, κατά μήκος της νότιας πλευράς. Οι επεμβάσεις αυτές έγιναν οπωσδήποτε πριν το 1821. Όταν ο ναός αναστηλώθηκε το 1923, προστέθηκαν τρείς ακόμη αντηρίδες εξωτερικά στο βόρειο τοίχο και από μια στις δύο πλευρές του νάρθηκα.

Οι μαρμάρινες διακοσμήσεις του κορινθιακού ρυθμού παλαιότερα βρίσκονταν διάσπαρτες στην αυλή , που τότε αποτελούσε το ανδρικό μοναστήρι,  γύρω στο 1860. Χτίστηκε – βάση εγχάρακτης αναφοράς στο υπέρθυρο του νάρθηκα – το έτος 1578. Στον κυρίως ναό και το ιερό βήμα σώζεται μέρος του τοιχογραφικού διάκοσμου του 18ου αιώνα, έργο δύο αγιογράφων. Ο μεταγενέστερος νάρθηκας δεν έχει ίχνη τοιχογραφιών παρά μόνο την παράσταση της ΘεοτόκουΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ” στη μικρή κόγχη του υπέρθυρου. Η επιγραφή αυτή καθώς και αυτή του τέμπλου “Η ΕΛΠΙΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ” προσέδωσαν τις επωνυμίες στην Παναγία Νεραντζιώτισσα “Οδηγήτρια” και “Ελπίς των Χριστιανών”.

Επίσης σώζονται και μαρμάρινα μέλη προερχόμενα από παλαιοχριστιανικό Ναό. Έξω από το ναό είναι ζωγραφισμένη η Παναγία η Οδηγήτρια ανάμεσα σε δυο Ταξιάρχες. Ο Ι. Ναός δείχνει να έχει καταλάβει τη θέση παλαιότερου οικοδομήματος ενω τμήμα προϋπάρχοντος θεμελίου είναι και σήμερα ορατό στο έδαφος, πολύ κοντά στη βόρεια πλευρά της εκκλησίας. Άλλα τμήματα αρχαίων θεμελιώσεων είχαν παρατηρηθεί το 1920, πριν την αναστήλωση του ναού. Αξιόλογο είναι το γεγονός πως στην κατασκευή του παρατηρείται μεγάλη χρήση υλικού προερχόμενου από πλαιότερα κτίσματα, και μάλιστα, από χριστιανικούς ναούς της παλαιοχριστιανικής και της μέσης βυζαντινής περιόδου. Δεν αποκλείεται το κτίσμα, στα κατάλοιπα του οποίου θεμελιώθηκε η Νερατζιώτισσα, να ήταν μια παλαιότερη εκκλησία.  Πρέπει πάντως να σημειωθεί, ότι σε ανασκαφική έρευνα και άλλες σκαπτικές εργασίες που έχουν γίνει γύρω και κοντά στο ναό, δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα κανένα ίχνος άλλου κτίσματος. Ωστόσο  ο Μαρουσιώτης αρχαιολόγος Γ. Γαρδίκας το 1917 εντόπισε πολλά αρχαία κομμάτια ενσωματωμένα στην τοιχοποιία κυρίως όμως το κρηπίδωμα μεγάλου οικοδομήματος πάνω στο οποίο είναι οικοδομημένος ο ναός της Νερατζιώτισσας. Με βάση τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά της Νερατζιώτισσας, τοποθετείται γενικά στην α’ περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Αττική, δηλαδή μεταξύ του 1456-1687. Ωστόσο ένα χάραγμα που διαβάζεται ακόμα και σήμερα στο υπέρθυρο της εισόδου του κυρίως ναού προσφέρει κάποια περισσότερα στοιχεία για το ναό.

Πρόκειται για τρία γράμματα, ΛΠΕ, που είναι μια χρονολογία γραμμένη με ελληνικούς αριθμούς και σύμφωνη με το βυζαντινό χρονολογικό σύστημα από κτίσεως  κόσμου, το οποίο ήταν ακόμη σε χρήση στους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας. Αφαιρώντας από το ΛΠΕ που είναι το 7085, τον αριθμό 5507 (η κτίση του κόσμου ετοποθετείτο 5507 χρόνια πριν την γέννηση του Χριστού), προκύπτει η χρονολογία 1578.

Το 1729 ο Γάλλος περιηγητής και κυνηγός αρχαιοτήτων abbas Fourmont αντιγράφει  την επιγραφή από την επιτύμβια στήλη του Πυρρίου, «μέσα στην εκκλησία της Θεοτόκου στο Μαρούσι». Το 1872 η στήλη του Πυρρίου μεταφέρεται από το «ερειπωμένο εκκλησίδιο» στο Εθνικό Μουσείο.

Την εποχή εκείνη, όταν εορταζόταν μνήμη της Θεοτόκου, η Ιερή Εικόνα της Παναγίας της Νερατζιώτισσας περιφέρονταν στην τότε κωμόπολη με τους πειστούν να ακολουθούν κρατώντας λαμπάδες σε ατμόσφαιρα μεγάλης κατάνυξης καθώς θεωρούνταν και ακόμα θεωρείται ως θαυματουργή.

Σταθμό για την ιστορία του Ιερού Παρεκκλησίου, αλλά και του Αμαρουσίου γενικότερα αποτελεί η ευλογημένη παρουσία ως εφημερίου του Ιερομονάχου Αθανασίου Χαμακιώτη. Ο μακαριστός Γέρων π. Αθανάσιος τοποθετήθηκε εφημέριος στη Νεραντζιώτισσα το 1936 μέχρι το 1963 ενώ σημαντικό και σπουδαίο ήταν το φιλανθρωπικό του έργο. Στο βιβλίο του Αρχιμ. Νεκταρίου Αντωνόπουλου με τίτλο Ιερομόναχος Αθανάσιος Χαμακιώτης αναφέρονται περιστατικά από τη ζωή και το έργο αυτού του φωτισμένου Πατέρα καθώς και τη ζωή των κατοίκων γύρω από τη Νερατζιώτισσα.

Γράφει λοιπόν σε ένα σημείο για τον πατέρα Αθανάσιο «Όταν είχε εξομολόγηση κι ερχόταν η ώρα του εσπερινού κάποιας ακολουθίας διέκοπτε κι έκανε κανονικά την ακολουθία. Οι επισκέπτες του θυμούνται ένα παλιό ρολόι στο σπίτι όπου έμενε, το οποίο είχε ρυθμίσει να χτυπάει την ώρα του εσπερινού. Έτσι, αν εξομολογούσε, ή συζητούσε με κάποιον και χτυπούσε το ρολόι, διέκοπτε με τη γνωστή φράση:

  • Α! εσπερινός! Να κάνουμε εσπερινό και μετά συνεχίζουμε.

Ακόμη κι αν ήταν άρρωστος δεν διενοείτο να χάσει ακολουθία. Φώναζε το νεοκόρο και την διάβαζαν στο κελλί του.

Όταν ο καιρός ήταν άσκημος κι έβρεχε ή χιόνιζε πάλι η ακολουθία γινόταν στο κελλί. Έλεγε όμως στο νεοκόρο:

-Παιδί, χτύπα την καμπάνα.

-Μα πατέρα, ποιός θα έρθει τώρα με τόσο άσχημο καρό; Έξω χιονίζει…

Ο γέροντας όμως σκεφτόταν διαφορετικά.

-Παιδί, δεν θα έρθει κανένας, αλλά όταν χτυπήσει η καμπάνα, θα την ακούσουν και κάποιος χριστιανός θα σηκώσει το χέρι του να κάνει το σταυρό του!

Του άρεσε να μαθαίνουν να ψέλνουν τα μικρά παιδιά που τον βοηθούσαν τις καθημερινές. Λίγο πιο κάτω από τη Νερατζιώτισσα ζούσε μια οικογένεια. Ο μικρός Β. είχε ωραία κατανυκτική φωνή και βοηθούσε στο αναλόγιο. Όταν ερχόταν η ώρα, ο γέροντας, έβγαινε στην γωνία του σπιτιού και φώναζε:

-Παιδί, εσπερινός! Παιδί, παράκληση!

Και ο μικρός άφηνε το παιχνίδι του κι έτρεχε χαρούμενος να τον υπηρετήσει.»

Σε άλλο σημείο μιλά για τον εορτασμό της Εκκλησίας στις 8 Σεπτεμβρίου και αναφέρει «Με ιδιαίτερη λαμπρότητα γιόρταζε το πανηγύρι της Νερατζιώτισσας στις 8 Σεπτεμβρίου. Από μέρες πριν προετοιμάζοταν. Με τη βοήθεια των πνευματικών του παιδιών ευτρέπιζαν το ναό, και το γύρω χώρο. Πάντοτε καλούσε τον Μητροπολίτη, ο οποίος ερχόταν ανελλιπώς, γιατί εκτιμούσε βαθύτατα τον π. Αθανάσιο. Το μεσημέρι παρέθετε πλούσια τράπεζα. Χαιρόταν, ζούσε πραγματικά τη μεγάλη γιορτή της Παναγιάς μας». Και σε άλλο σημείο του βιβλίου γράφει για τις Κυριακάτικες Λειτουργίες που γίνονταν αφορμή συνάντησης και πνευματικής αναζήτησης για τους Μαρουσιώτες της εποχής «Το κήρυγμα είχε και συνέχεια. Έπειτα από τη Θεία Λειτουργία προσφερόταν κέρασμα, καφές, γλυκό κ.λ.π. όπως στα μοναστήρια και ακολουθούσε ομιλία, ή συζήτηση πάνω σε πνευματικά θέματα. Οι πρώτοι που ξεκίνησαν και συμμετείχαν σ΄αυτήν την ευλογημένη συνήθεια ήταν οι Δημ. Κοτομάτας- η ψυχή της προσπάθειας-ο στρατηγός Αθαν. Καλαμπόκης, ο Κων. Παπαδημητρίου, ο Δημ. Δούσης. Συμμετείχαν συχνά οι μετέπειτα Μητροπολίτες Λαρίσης Ιάκωβος (Σχίζας), Άρτης Ιγνάτιος (Τσιγκρής) κ.α. η συνάντηση γινόταν το καλοκαίρι έξω στα πεύκα και το χειμώνα μέσα στην εκκλησία. Ο γέροντας, αφού τελείωνε την κατάλυση, συμμετείχε στη συνάντηση, με έκδηλη ικανοποίης και χαρά κυρίως που έβλεπε τόσους άνδρες να παραμένουν.

Μέσα απ’ αυτές τις συναντήσεις οικοδομήθηκαν έρρηκτες φιλίες, βοηθήθηκαν άνθρωποι υλικά και πνευματικά και η ταπεινή Νερατζιώτισσα, παρότι δεν ήταν τυπικά ενορία ή μοναστήρι, λειτούργησε ουσιαστικά σαν ενορία-πρότυπο, σαν οικογένεια και σαν μοναστήρι μέσα στον κόσμο, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Μερικοί ιερείς προβληματίζονταν από την προσέλευση του κόσμου στη Νερατζιώτισσα. Έλεγαν μάλιστα : Λειτουργεί το παρεκκλήσι και αδειάζουν οι ενορίες

Σήμερα στο Ιερό Μητροπολιτικό Παρεκκλήσιο της Παναγίας Νεραντζιώτισσας, κατόπιν επιθυμίας του Σεβ. Μητροπολίτου Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού κ. Κυρίλλου, τελούνται καθημερινώς οι Ιερές Ακολουθίες και η Θεία Λειτουργία. Το ιερό παρεκκλήσιο πανηγυρίζει την 8η Σεπτεμβρίου, εορτή του Γενεθλίου της Θεοτόκου.

Στο κείμενό του ο Κ. Α. Βλεσσίδης συνεχίζει για το εκκλησάκι της Νερατζιώτισσας «Όπως αναφέρει η παράδοση, οι κάτοικοι του Αθμόνου, μετοίκησαν στη σημερινή τοποθεσία του Αμαρουσίου γιατί η θέση Πέλικα, που παλιά βρίσκονταν, ήταν πολύ ψηλή, και φαινόταν από παντού. Έτσι βρίσκονταν στη διάκριση των όποιων εχθρικών προσβολών. Αλλά και επειδή η θέση εκείνη στερούνταν αρκετού νερού. Πραγματικά, η σημερινή θέση του Αμαρουσίου είναι χαμηλότερη και κάπως απόκρυφη. Η μετοικησία αυτή από θέση Πέλικα δεν είναι ακριβώς γνωστό πότε έγινε. Μάλλον επί Τουρκοκρατίας.

Κατά την παράδοση πάλι, το σημερινό Μαρούσι ήταν ένα αραιοκατοικημένο χωριό που βρίσκονταν νοτιότερα στη θέση Μαρμάρι στο οποίο υπολογίζεται ότι κατέφυγαν αρχικά εκ του Πέλικα οι μετοικήσαντες Αθμονείς. Κατά μία εκδοχή, η περιοχή αυτή ήταν ιδιοκτησία πλούσιων γαιοκτημόνων. Κατόπιν, ο πληθυσμός αυξήθηκε από αλβανόφωνους εκ των πλησίον χωρών και από οικογένειες αθηναϊκές. Όταν όμως, έγινε γνωστό το υγιεινό κλίμα και το υπέροχο νερό, προσέλκυσε τους ξένους και ιδίως τους οικονομικά ευκατάστατους οι οποίοι αγόρασαν οικόπεδα και έκτισαν σπίτια και επαύλεις.

Το κλίμα του Αμαρουσίου χαρακτηρίζεται άριστο, απαράμιλλο και υγιεινό. Το Μαρούσι , από τη θέση που βρίσκεται, λούζεται από το πρωί μέχρι το βράδυ από τον ήλιο και καθαρίζεται από το βορρά, ο οποίος, χωρίς εμπόδιο, παρασύρει κάθε μόλυσμα και κάθε μικρόβιο. Πάνω του απλώνεται ο καταγάλανος ουρανός που η διαφάνεια και η στιλπνότητά του είναι μοναδικό φαινόμενο. Η διαύγεια συνεχίζεται και τη νύχτα. Είναι νύχτες τόσο φωτεινές, που νομίζεις ότι τα άστρα χαμηλώνουν και αστράφτουν σαν πολύτιμα πετράδια πάνω σε βαθυγάλαζο λεπτοκαμωμένο πέπλο. Τούτο οφείλεται στην έλλειψη υγρασίας. Το Μαρούσι, έχει κλίμα ξηρό. Ομίχλες σχεδόν δεν υπάρχουν . Όσο δε αφορά το νερό δεν έχει εφάμιλλο, διότι εκτός των άλλων των καλών και σε ιδεατή αναλογία συστατικών, έχει όπως απέδειξαν οι συχνές και επίσημες αναλύσεις σκληρότητας που δεν απαντάται ούτε σ’ αυτό το νερό του EVIAN (EVIAN LES BAINS, λουτρόπολη της Γαλλίας στις νότιες όχθες της λίμνης της Γενεύης ). Το νερό αυτό είχε αναφανεί στο Μαρούσι για πρώτη φορά στην πλατεία της Κασταλίας. Βρέθηκε σε βάθος δύο μέτρων και ανάμεσα σε βούρλα. Προέβη τότε η Κοινοτική Επιτροπή σε καθαρισμό του από τη θέση όπου βρέθηκε μέχρι το Ν.Δ. άκρο του κτήματος Συγγρού και ακριβώς στις ρίζες τριών μεγάλων πουρναριών. Πέρα από αυτό το σημείο δεν κατορθώθηκε να ανακαλυφθεί η προέλευση του νερού αυτού. Από το νερό του Αμαρουσίου παλιά οι Αθηναίοι κατανάλωναν 4 με 5 χιλιάδες στάμνες ημερησίως. Αποτελούσε δε τούτο σπουδαίο πόρο της κοινότητας. Κάθε στάμνα νερού κόστιζε 0.40 δραχμές. Παλιά το Μαρούσι αποτελούσε συνοικία των Αθηνών και επομένως άνηκε στο Δήμο Αθηναίων. Ο συνοικισμός του Αμαρουσίου εκπροσωπείτο στο Δήμο Αθηναίων από ένα ειδικό Πάρεδρο. Τον Πάρεδρο τον αντικατέστησε κατόπιν μια Κοινοτική Επιτροπή που την εξέλεγαν οι γηγενείς Αμαρουσιώτες, η οποία είχε όμως περιορισμένη εντολή: Τον κανονισμό των ποτιστικών υδάτων και τον διορισμό των αγροφυλάκων.

Λίγο μετά ψηφίστηκε ο νόμος περί Δήμων και Κοινοτήτων και το Μαρούσι αποτέλεσε ξεχωριστή Κοινότητα. Η αύξηση όμως του πληθυσμού προήγαγε την Κοινότητα σε Δήμο».

Πηγή το βιβλίο του Δήμου Αμαρουσίου και της Εφημερίδας ΑΘΜΟΝΙΟΝ ΒΗΜΑ «Ένα κερί στις εκκλησιές του Μαρουσιού»

Αφήστε μια απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε εδώ το όνομά σας