Ο πολιτικός λόγος αποτυγχάνει όταν γίνεται κατάλογος υποσχέσεων, τεχνικών μέτρων και αφηρημένων εννοιών και παύει να λειτουργεί ως πρόσκληση συμμετοχής. Μπορεί να είναι ορθός, τεκμηριωμένος, ακόμη και αναγκαίος, αλλά να μένει άψυχος, ένα απλό κείμενο προς ανάγνωση, όχι εμπειρία προς βίωση. Να μην αγγίζει τον πολίτη. Να μην τον μετακινεί εσωτερικά. Να μην τον κάνει να αισθανθεί ότι αφορά τη δική του ζωή. Εκεί βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα της σύγχρονης πολιτικής. Η δημοκρατία δεν ζει μόνο από θεσμούς και νόμους. Ζει και από τη μέθεξη των πολιτών, από την ικανότητά τους να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα στο κοινό δράμα της πόλης.
Οι αρχαίοι Έλληνες, με την τραγωδία, μας κληροδότησαν την επίγνωση ότι η αλήθεια δεν περνά μόνο μέσα από την απόδειξη, αλλά και μέσα από την εμπειρία. Το θέατρο δεν ήταν διασκέδαση με τη σημερινή έννοια. Ήταν πολιτική παιδεία. Στην τραγωδία, ο θεατής δεν παρακολουθούσε απλώς την πτώση του Οιδίποδα, την αγωνία της Αντιγόνης ή την ύβρη του Κρέοντα. Συμμετείχε ψυχικά. Αναγνώριζε μέσα στους ήρωες τα όρια της ανθρώπινης βούλησης, τη σύγκρουση νόμου και ηθικής, την αλαζονεία της εξουσίας, την αναμέτρηση του ανθρώπου με τη μοίρα και την ευθύνη. Αυτή η μέθεξη οδηγούσε στην κάθαρση. Και η κάθαρση δεν ήταν απλώς συγκίνηση. Ήταν επίγνωση.
Αυτό ακριβώς λείπει συχνά από τον σύγχρονο πολιτικό λόγο. Μιλά για δημοκρατία χωρίς να δείχνει το τραύμα της. Μιλά για θεσμούς χωρίς να δείχνει τον πολίτη που συνθλίβεται από την αυθαιρεσία. Μιλά για ανάπτυξη χωρίς να δείχνει τον νέο που φεύγει, τον επαγγελματία που εξοντώνεται, τον έντιμο άνθρωπο που αισθάνεται ανόητος μέσα σε μια κοινωνία εξαιρέσεων. Χωρίς πρόσωπο, δεν υπάρχει δράμα. Χωρίς δράμα, δεν υπάρχει μέθεξη. Χωρίς μέθεξη, δεν υπάρχει πολιτική αφύπνιση.
Η λογοτεχνία μάς διδάσκει ότι οι μεγάλες ιδέες χρειάζονται ανθρώπινο σώμα και πλοκή. Ο Ντοστογιέφσκι δεν γράφει αφηρημένα περί ενοχής· δημιουργεί τον Ρασκόλνικοφ. Ο Καμύ δεν εξηγεί απλώς το παράλογο αλλά μας το δείχνει στον Μερσώ. Ο Κάφκα δεν κάνει διάλεξη για τη γραφειοκρατική εξουσία αλλά βάζει τον άνθρωπο απέναντι σε έναν αόρατο, απρόσωπο μηχανισμό που τον καταδικάζει χωρίς να του εξηγεί γιατί. Εκεί βρίσκεται η δύναμη της τέχνης. Μετατρέπει την έννοια σε εμπειρία.
Και στην πολιτική δεν αρκεί η καλή πρόθεση. Ο λόγος οφείλει να δώσει στην ουσία μορφή, ένταση και αναγνωρισιμότητα. Χρειάζεται αφήγηση μεταβολής. Από πού ξεκινά η κοινωνία, ποια παθογένεια την κρατά δέσμια, ποια σύγκρουση πρέπει να αναλάβει, ποια επιλογή έχει μπροστά της και ποια νέα κατάσταση μπορεί να δημιουργήσει. Ένα πρόγραμμα χωρίς αυτή τη διαδρομή μοιάζει με σκηνή χωρίς κίνηση.
Μία χώρα δεν αλλάζει επειδή κάποιος παραθέτει εκατό μέτρα. Μπορεί όμως να αρχίσει να αλλάζει όταν οι πολίτες δουν καθαρά τη σκηνή στην οποία ζουν, το κράτος ως μηχανισμό πελατείας, την εξουσία ως προνόμιο, τον πολίτη ως θεατή, την αξιοκρατία ως εξαίρεση, τη λογοδοσία ως απειλή για τους ισχυρούς. Ο πολίτης δεν συγκινείται από την απλή περιγραφή μιας αδικίας, αλλά από τη στιγμή που βλέπει έναν άνθρωπο να συγκρούεται με αυτήν. Τότε το πολιτικό πρόγραμμα δεν είναι κατάλογος. Είναι αφήγηση μετάβασης, από την ταπείνωση στην αξιοπρέπεια, από την ανοχή στην ευθύνη, από τον πελάτη στον πολίτη.
Η δραματουργία του πολιτικού λόγου απαιτεί πρωταγωνιστή, σύγκρουση, δίλημμα και προοπτική. Πρωταγωνιστής δεν είναι ο αρχηγός ούτε το κόμμα. Είναι ο πολίτης. Ο πολίτης πρέπει να πάψει να είναι στατιστικό μέγεθος και να γίνει υποκείμενο ευθύνης και συμμετοχής. Εκεί γεννιέται η δημοκρατική μέθεξη.
Ιδίως στην Ελλάδα, όπου η σχέση πολίτη και εξουσίας παραμένει βαθιά παθογενής, ο πολιτικός λόγος οφείλει να αποκαλύψει τη μεγάλη σύγκρουση. Από τη μία ο πολίτης που ζητά δικαιοσύνη, αξιοκρατία και λογοδοσία και από την άλλη ένα κράτος που συχνά λειτουργεί ως μηχανισμός εξυπηρετήσεων, εξαιρέσεων και προνομίων. Αυτή δεν είναι απλώς διοικητική δυσλειτουργία. Είναι προδημοκρατικό υπόλειμμα. Είναι η αντίληψη ότι η εξουσία βρίσκεται πάνω από τον πολίτη, όχι υπόλογη απέναντί του.
Ένας ζωντανός πολιτικός λόγος δεν κολακεύει τον πολίτη, αλλά τον αναγνωρίζει. Δεν λέει απλώς «έχουμε λύσεις». Λέει, αυτό που ζεις έχει όνομα, έχει αιτία, έχει υπεύθυνους, αλλά έχει και διέξοδο. Δεν σου ζητούμε να χειροκροτήσεις. Σου ζητούμε να σταθείς μέσα στη σκηνή της Δημοκρατίας ως πολίτης, όχι ως απλός θεατής. Η δημοκρατία δεν χρειάζεται θεατές της παρακμής. Χρειάζεται πολίτες που αντιλαμβάνονται ότι έχουν ρόλο στην έκβαση του δράματος.
Το δίλημμα είναι σαφές. Θα συνεχίσουμε ως κοινωνία που ζητά δικαιοσύνη όταν αδικείται, αλλά εξαίρεση όταν τη συμφέρει; Ή θα οικοδομήσουμε μια δημοκρατία όπου η εξουσία υπηρετεί και λογοδοτεί;
Γιατί τελικά η Δημοκρατία δεν πεθαίνει μόνο όταν καταλύονται οι θεσμοί. Φθείρεται και όταν οι πολίτες παύουν να αισθάνονται ότι η υπόθεσή της είναι δική τους. Και η αποστολή του πολιτικού λόγου είναι ακριβώς αυτή. Να μετατρέψει την αδιαφορία σε συμμετοχή, την αγανάκτηση σε ευθύνη και την ιδέα σε κοινή πράξη.


































