Η ομιλία του νέου πρωθυπουργού του Καναδά, Mark Carney, στο World Economic Forum δεν ήταν μια ακόμη γενική αναφορά στην παγκοσμιοποίηση. Αντίθετα, αποτέλεσε μια συνειδητή προσπάθεια να «ονομαστεί η πραγματικότητα» ενός κόσμου που έχει ήδη εισέλθει σε φάση σκληρού ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων και συστηματικής εργαλειοποίησης της οικονομικής αλληλεξάρτησης. Ο Carney δήλωσε ευθέως ότι το λεγόμενο “rules-based international order” δεν λειτουργεί πλέον όπως διαφημιζόταν και ότι η νοσταλγία για το παρελθόν δεν συνιστά στρατηγική για το μέλλον.
Στον πυρήνα της τοποθέτησής του βρίσκεται η έννοια των «μεσαίων δυνάμεων». Κατά τον Carney, χώρες όπως ο Καναδάς αλλά και πολλές ευρωπαϊκές ή περιφερειακές δυνάμεις, δεν έχουν την πολυτέλεια να διαπραγματεύονται μόνες τους με ηγεμονικούς παίκτες, και να αποδεχθούν όρους από θέση δομικής αδυναμίας.
Η απάντηση που προτείνει δεν είναι ούτε ο αφελής πολυμερισμός των παλαιών θεσμών ούτε η αυτάρκεια, αλλά η συγκρότηση ευέλικτων συνασπισμών ανά ζήτημα. Δηλαδή, «πολυμερείς (plurilateral) συμφωνίες» στο εμπόριο, «ομάδες αγοραστών» για κρίσιμα ορυκτά, και συνεργασία δημοκρατικών κρατών (ιδίως στην τεχνητή νοημοσύνη), ώστε να μη βρεθούν παγιδευμένα «ανάμεσα σε ηγεμόνες και hyperscalers».
Η προσέγγιση αυτή φέρνει τον Carney κοντά, αλλά και σε σαφή απόσταση, από τον Emmanuel Macron. Και οι δύο αναγνωρίζουν ότι η οικονομική ολοκλήρωση έχει μετατραπεί σε εργαλείο ισχύος και ότι το παλιό διεθνές σύστημα δεν επιστρέφει. Ωστόσο, ο Macron μιλά για την Ευρώπη ως αυτόνομο γεωπολιτικό πόλο, με φιλοδοξία στρατηγικής αυτονομίας και ιεραρχικής ισχύος.
Ο Carney, αντίθετα, απορρίπτει τη λογική ενός νέου κέντρου ηγεμονίας και επενδύει σε οριζόντια δίκτυα συνεργασίας. Η αντίφαση του Macron είναι ότι η ευρωπαϊκή αυτονομία εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αμερικανική ισχύ για ασφάλεια. Το πλεονέκτημα του Carney είναι ότι δεν υπόσχεται περισσότερα απ’ όσα μπορεί να υποστηρίξει.
Απέναντι στον Friedrich Merz, η διαφορά είναι πιο δομική. Ο Merz τόνισε στο Νταβός την ανάγκη ανταγωνιστικότητας, πειθαρχίας και επιστροφής στη σκληρή ισχύ, με έμφαση στο εθνικό κράτος. Ο Carney συμμερίζεται τη διάγνωση ενός πιο σκληρού κόσμου, αλλά διαφωνεί στη θεραπεία: θεωρεί ότι η μεμονωμένη εθνική ισχύς των μεσαίων χωρών δεν επαρκεί χωρίς συντονισμό.
αδύναμο σημείο του Merz είναι η παραδοχή ότι η Γερμανία μπορεί να λειτουργήσει ως «βαριά δύναμη» χωρίς βαθύτερη ευρωπαϊκή πολιτική ενοποίηση.
Η πιο έντονη αντίθεση αναδεικνύεται με τον Donald Trump. Παρά το κοινό σημείο της απόρριψης του παλιού συστήματος, οι δρόμοι τους χωρίζουν ριζικά. Ο Trump βλέπει τον κόσμο ως διαρκή συναλλαγή, βασισμένη σε δασμούς, διμερείς πιέσεις και ωμή ισχύ. Ο Carney περιγράφει ακριβώς αυτό το περιβάλλον ως τη μεγαλύτερη απειλή για τις μεσαίες δυνάμεις και προτείνει συλλογική άμυνα απέναντι στον καταναγκασμό.
Η δύναμη του Trump είναι η ταχύτητα και η καθαρότητα στόχου· η αδυναμία του, ότι αποξενώνει συμμάχους και επιταχύνει τον διεθνή κατακερματισμό.
Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΚΟΣΜΟ ΑΥΤΟ
Για την Ελλάδα, τα συμπεράσματα είναι κρίσιμα. Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς προηγείται των θεσμών και των αξιών, η ιδιαίτερη σχέση Trump–Recep Tayyip Erdoğan αυξάνει τον κίνδυνο για τα ελληνοτουρκικά, που υπάρχει ο κίνδυνος να αντιμετωπιστούν ως ζήτημα συναλλακτικής διαχείρισης και όχι διεθνών θεσμών και Δικαίου.
Η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η αφελής εμπιστοσύνη σε εγγυήσεις ούτε τα διμερή παζάρια υπό συνθήκες εκβιασμών και πίεσης, αλλά η συνειδητή στρατηγική μεσαίας δύναμης, που δημιουργεί και βασίζεται στην αξιόπιστη αποτροπή, συμμαχίες συμφερόντων και επιμονή σε πολυμερή πλαίσια τα οποία αυξάνουν το κόστος της αναθεωρητικής συμπεριφοράς τρίτων.



































