Η επίθεση με drones που υπήρξε χθες στην Κύπρο και η κλιμάκωση των συγκρούσεων στην Ανατολική Μεσόγειο επαναφέρει στο προσκήνιο τη σημασία του Άρθρου 42(7) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ως εργαλείου συλλογικής άμυνας.
Και αυτό γιατί η δυνατότητα επίκλησής του από την Κυπριακή Δημοκρατία αποκτά ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι η Κύπρος δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ και συνεπώς δεν καλύπτεται από τη ρήτρα συλλογικής άμυνας του Άρθρου 5. Το Άρθρο 42.7 αποτελεί, στην πράξη, τον θεσμικό μηχανισμό αμοιβαίας άμυνας που υπάρχει εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου.
Ειδικότερα, η βασική νομική αρχή του άρθρου 42.7 είναι ότι, εφόσον ένα κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα υπόλοιπα κράτη-μέλη υποχρεούνται να παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που διαθέτουν ( η παραβίαση του ΕΕΧ της Κύπρου, από Drones με εκρηκτικά, όχι μόνο στη Βρετανική βάση αλλά και στην περιοχή της Πάφου) συνιστά ένοπλη επίθεση.
Σημαντικό στοιχείο είναι ότι η ενεργοποίηση δεν απαιτεί συλλογική απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ψηφοφορία στο Συμβούλιο Κορυφής, εφόσον δεν αναφέρεται σε συλλογική επιχείρηση της ΕΕ. Η επίκληση γίνεται μονομερώς από το θιγόμενο κράτος, ενώ η ανταπόκριση παραμένει εθνική ευθύνη κάθε κράτους-μέλους σε διμερείς συμφωνίες με την χώρα που επικαλείται το άρθρο.
Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση επιθετικής ενέργειας κατά της Κύπρου (όπως των επιθέσεων με μη επανδρωμένα οπλικά συστήματα, εφόσον αυτές χαρακτηρίζονται ως ένοπλη επίθεση) η Κυπριακή κυβέρνηση θα μπορούσε να απευθύνει επίσημο αίτημα συνδρομής προς τα κράτη μέλη της ΕΕ. Η Ελλάδα θα μπορούσε να εντάξει την άμεση προσφορά δυνάμεων για συλλογική άμυνα στο πλαίσιο αυτό του άρθρου 42.7 της ΕΕ χωρίς οιαδήποτε άλλη συλλογική έγκριση από ευρωπαϊκό όργανο.
Η πρακτική αυτή επιβεβαιώθηκε από το γαλλικό προηγούμενο του 2015, όταν η Γαλλία επικαλέστηκε το Άρθρο 42.7 μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι (σε συνδυασμό με το άρθρο 222 της Συνθήκης για τις τρομοκρατικές δράσεις – λόγω της εμπλοκής της Χετζμπολάχ απ’ όπου πιθανόν έφυγαν τα drones).
Η ανταπόκριση των ευρωπαϊκών κρατών οργανώθηκε διμερώς, χωρίς δημιουργία επιχείρησης της ΕΕ ή ενιαίας στρατιωτικής διοίκησης, που να απαιτούσε ομοφωνία στην απόφαση της ΕΕ. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάδυση ενός μηχανισμού που λειτουργεί ως μορφή συλλογικής αυτοάμυνας μεταξύ κρατών, υπό ευρωπαϊκή νομική ομπρέλα αλλά χωρίς υπερεθνικό επιχειρησιακό έλεγχο.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η σημασία αυτού του μοντέλου είναι διπλή.
1) Eπιτρέπει την παροχή ελληνικής στρατιωτικής συνδρομής με σαφή ευρωπαϊκή νομιμοποίηση, αποφεύγοντας την εικόνα μονομερούς ή αποκλειστικά διμερούς στρατιωτικής δράσης (η Ελλάδα ως εγγυήτρια δύναμη, όπως επικαλέσθηκε αρχικά ο κος Δένδιας είτε στο πλαίσιο ενός μη θεσμικά εγκεκριμένου ενιαίου αμυντικού δόγματος).
2) Eντάσσει οποιαδήποτε κρίση στην Κύπρο στο επίπεδο ευρωπαϊκής ασφάλειας, δημιουργώντας ισχυρή νομιμοποιητική βάση, δημιουργώντας το πλαίσιο συμμετοχής και άλλων κρατών μελών της ΕΕ σε περίπτωση μεγαλύτερης απειλής και αυξάνοντας το πολιτικό κόστος αδράνειας για τα υπόλοιπα κράτη-μέλη.
Η έννοια της συλλογικής άμυνας τόσο στο ΝΑΤΟ (άρθρο 5) όσο και στην ΕΕ, θεμελιώνεται στο άρθρο 51 του Καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ, που προβλέπει την ατομική και συλλογική αυτοάμυνα. Έτσι, η επίκληση του άρθρου συνδέεται λειτουργικά με το δικαίωμα συλλογικής αυτοάμυνας του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, προσφέροντας διπλή διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμοποίηση πιθανών αμυντικών ενεργειών.
Η βέλτιστη χρήση του Άρθρου 42.7 από την Κυπριακή Δημοκρατία προϋποθέτει σαφή τεκμηρίωση της ένοπλης επίθεσης, άμεση διπλωματική κοινοποίηση προς τους ευρωπαίους εταίρους και ταχεία εθνική ανταπόκριση της Ελλάδας (αλλά και άλλων χωρών μελών που θα ήθελαν να συνεισφέρουν).
Το γαλλικό προηγούμενο (πρακτική) καταδεικνύει ότι η αποτελεσματικότητα της ρήτρας δεν εξαρτάται από την θεσμική ομόφωνη κινητοποίηση της ΕΕ, αλλά από την πολιτική βούληση των κρατών να ενεργήσουν στο πλαίσιο αμοιβαίας άμυνας.
Υπό αυτή την έννοια, το Άρθρο 42.7 εξελίσσεται σε κρίσιμο εργαλείο στρατηγικής αποτροπής για κράτη-μέλη εκτός ΝΑΤΟϊκής δομής, προσφέροντας έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό συλλογικής ασφάλειας προσαρμοσμένο στις σύγχρονες υβριδικές απειλές της Ανατολικής Μεσογείου.
Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ – ΠΙΘΑΝΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ
Η αποφυγή επίκλησης της Συνθήκης Εγγυήσεων μειώνει την “αναγκαιότητα” της Τουρκίας να δράσει με ανάλογο τρόπο, ιδιαίτερα στις περιοχές της ερμηνείας των γκρίζων ζωνών που κάνει πάντα. Βέβαια για να απαντήσει στην Ελληνική παρουσία θα επιδιώξει πολιτική αναβάθμιση του ψευδοκράτους, ενίσχυση στρατιωτικής παρουσίας χαμηλής έντασης με NAVTEX και θαλάσσιες δεσμεύσεις, ναυτικές περιπολίες, υποδομές ISR και αύξησης των στρατιωτικών δυνάμεων και της ετοιμότητά τους στα κατεχόμενα εδάφη.
Η επίκληση και ενεργοποίηση του άρθρου 42(7) της Συνθήκης για την ΕΕ από την Κυπριακή Δημοκρατία θα δημιουργούσε για την Τουρκία ένα πραγματικό στρατηγικό δίλημμα τύπου “lose-lose”, επειδή θα επικύρωνε την αντίληψη ότι η Κυπριακή Δημοκρατία εκπροσωπεί όλο το νησί στην ΕΕ και θα μετατόπιζε το θεσμικό πεδίο της κρίσης. νομιμοποιεί εξωτερική στρατιωτική συνδρομή και περιορίζει τη γκρίζα πίεση.




































