Τα Χριστούγεννα είναι μια περίοδος άρρηκτα συνδεδεμένη στην συλλογική μας συνείδηση με την χαρά και την λάμψη. Τα φώτα, ο γιορτινός στολισμός, οι συναθροίσεις και τα δώρα είναι μερικές από τις συνήθειες που «μάθαμε» να νιώθουμε ως γιορτή. Τι συμβαίνει όμως μέσα μας όταν το συναίσθημα δεν είναι αυτό που αναμέναμε; Γιατί κάποιες φορές τα φώτα από τα λαμπάκια δεν «ακτινοβολούν» στην ψυχή μας, αντίθετα αφήνουν ένα αίσθημα μελαγχολίας;
Η χριστουγεννιάτικη μελαγχολία δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, ούτε παραπέμπει πάντα σε κλινική διάγνωση. Τα Χριστούγεννα και η αλλαγή του έτους που τα συνοδεύει, αποτελούν όμως σημαντικά ορόσημα, και αφήνουν περιθώρια για εσωτερικούς απολογισμούς. Οι στόχοι που θέσαμε το προηγούμενο έτος και οι προσδοκίες μας αρχίζουν να αξιολογούνται αυστηρά από εμάς τους ίδιους. Τα άτομα που μοιραζόμασταν τα γιορτινά τραπέζια και τις ευτυχισμένες στιγμές ίσως να άφησαν άδειες καρέκλες ή να τις «αναπλήρωσαν» άλλοι. Ο στολισμός, τα αγαθά και οι γιορτινές αγορές μπορεί να μας θυμίζουν καταναλωτικές ανάγκες που ίσως δεν έχουμε την δυνατότητα να καλύψουμε, αφήνοντας ένα αίσθημα μειονεξίας, σε μια πόλη γεμάτη δώρα και λαμπάκια. Τα ορόσημα λοιπόν αυτά λειτουργούν απλά σαν ένας καθρέπτης: αντανακλούν όχι μόνο όσα έχουμε, αλλά και όσα μας λείπουν.
Η συνειδητοποίηση αυτή είναι μία καλή αφετηρία για να απενοχοποιήσουμε αυτό το συναίσθημα. Κάποιες χρονιές φέρουν μεγαλύτερο φορτίο από άλλες, αντίστοιχα και τα ορόσημά τους. Η επιείκεια προς τον εαυτό και η καλή επαφή με τις εσωτερικές ανάγκες, μπορεί να προσφέρει αν όχι φαντασμαγορικά, τουλάχιστον αληθινά Χριστούγεννα, με επικέντρωση στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα.
Μικρές, απλές κινήσεις μπορούν επίσης να δημιουργήσουν ένα νέο προσωπικό νόημα. Η στενότερη επαφή με την φύση, μία συζήτηση με έναν άνθρωπο εμπιστοσύνης, η κοινωνική προσφορά, θα δώσουν μια πιο ανθρώπινη και λιγότερο καταναλωτική χροιά στις γιορτινές μέρες. Ακόμη και η δημιουργία νέων, πιο προσωπικών «τελετουργιών» – ένα βιβλίο, μια μουσική, ένας ζεστός καφές – μπορεί να προσφέρει μια αναγκαία «ανάσα» από τους ρυθμούς της καθημερινότητας και να γίνει μια πράξη φροντίδας.
Ίσως λοιπόν, το τέλος μιας χρονιάς να είναι ένα ορόσημο που στέκεται σαν υπενθύμιση, όχι σαν απειλή. Μια υπενθύμιση να σταθούμε με μεγαλύτερη κατανόηση δίπλα στους ανθρώπους μας, και ιδίως προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Αν της δώσουμε χώρο ίσως μας βοηθήσει να κλείσουμε τον κύκλο του έτους με ειλικρίνεια, και να ανοίξουμε τον επόμενο με περισσότερη επιείκεια και ουσιαστική σύνδεση με τον «εσωτερικό και εξωτερικό» μας κόσμο.
Λυδία Παρλαβάντζα




































