Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΠΡΕΣΒΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΤΟΝ ΟΗΕ ΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ, άρθρο του Υποναυάρχου ε.α. Στέλιου Φενέκου

0

 

Διάβασα με προσοχή την επιστολή αυτή, της 31 Μαρτίου 2026. Η επιστολή είναι πολύ καλά γραμμένη και με σοβαρά επιχειρήματα, και κυρίως αναφέρεται σε όλα τα ζητήματα με θάρρος και αποφασιστικότητα και σωστά αιτείται όπως:

“I would be grateful if the present letter could be circulated as a document of the General Assembly, under agenda item 75, and published on the website of the Division for Ocean Affairs and the Law of the Sea, as well as in the next edition of the Law of the Sea Bulletin.”

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Η σκέψη μου όμως επικεντρώνεται στο πως θεμελιώνονται τα επιχείρήματα ως προς τον πρωτογενή κανόνα της UNCLOS και ως προς την επίκληση της συναφούς νομολογίας.

Η Ελλάδα, διατυπώνοντας νομική θέση ενώπιον του ΟΗΕ σχετική με θαλάσσιες ζώνες (UNCLOS), οφείλει να θεμελιώνει το επιχείρημά της πρωτίστως στον πρωτογενή κανόνα δικαίου και όχι στη νομολογία. Η θέση αυτή δεν είναι μόνο θεσμικά ορθή, αλλά και μεθοδολογικά καθαρή.

Το άρθρο 38 παρ. 1 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου απαριθμεί χωριστά τις διεθνείς συμβάσεις, το διεθνές έθιμο και τις γενικές αρχές δικαίου, ενώ τις δικαστικές αποφάσεις τις αντιμετωπίζει, στην περ. (d), ως επικουρικά μέσα για τη διαπίστωση ή τον προσδιορισμό κανόνων δικαίου και όχι ως αυτοτελή πρωτογενή πηγή διεθνούς δικαίου. Στο δίκαιο της θάλασσας, αυτό σημαίνει ότι η ελληνική νομική επιχειρηματολογία πρέπει να εκκινεί από το ίδιο το κείμενο της UNCLOS και από τους κανόνες εθιμικού δικαίου που αυτή αντανακλά.

Η βάση της ελληνικής θέσης πρέπει να είναι ότι κάθε κράτος έχει, κατά το άρθρο 3 της UNCLOS, δικαίωμα να ορίσει χωρική θάλασσα έως 12 ναυτικά μίλια, ότι τα νησιά, σύμφωνα με το άρθρο 121, απολαύουν κατ’ αρχήν των θαλάσσιων ζωνών που αναγνωρίζει η Σύμβαση, με την εξαίρεση των βράχων του άρθρου 121 παρ. 3, και ότι η οριοθέτηση χωρικής θάλασσας, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας ρυθμίζεται αντιστοίχως από τα άρθρα 15, 74 και 83.  Για την Ελλάδα ως συμβαλλόμενο μέρος, το κείμενο της Σύμβασης αποτελεί την άμεση νομική βάση των δικαιωμάτων της, ενώ έναντι μη συμβαλλομένων κρατών η επίκληση πρέπει, όπου απαιτείται, να συμπληρώνεται με αναφορά στους αντίστοιχους κανόνες του εθιμικού διεθνούς δικαίου.

Η ίδια λογική απορρέει και από τους γενικούς κανόνες ερμηνείας των συνθηκών. Τα άρθρα 31 και 32 της Σύμβασης της Βιέννης προβλέπουν ότι η συνθήκη ερμηνεύεται καλόπιστα, σύμφωνα με το συνήθη νόημα των όρων της, στο πλαίσιο τους και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της, ενώ επιτρέπουν προσφυγή σε συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας για επιβεβαίωση ή αποσαφήνιση του νοήματος.  Η Διεθνής Επιτροπή Δικαίου έχει επίσης επισημάνει ότι τα άρθρα 31 και 32 αποτυπώνουν, αντιστοίχως, τον γενικό κανόνα και τα συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας και ότι οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται και ως εθιμικό διεθνές δίκαιο.

Συνεπώς, μια κρατική επιστολή που θεμελιώνει πρωτίστως τη θέση της στο κείμενο της συνθήκης είναι περισσότερο συνεπής με τη μεθοδολογία του διεθνούς δικαίου από μία επιστολή που εμφανίζεται να στηρίζεται πρωτίστως σε δικαστικές αποφάσεις.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η νομολογία είναι άσχετη ή ότι η επίκλησή της είναι θεσμικά εσφαλμένη. Σημαίνει ότι η νομολογία δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως πηγή του δικαιώματος, αλλά ως επικουρικό μέσο επιβεβαίωσης της ορθής ερμηνείας του κανόνα. Η χώρα δεν οφείλει να “δικάζει” η ίδια την υπόθεσή της ούτε να υποκαθιστά το δικαστήριο. Οφείλει, όμως, όταν υπάρχει αμφισβήτηση ως προς την έννοια όρων όπως “equitable solution”, “special circumstances” ή ως προς το πρακτικό βάρος νησιωτικών σχηματισμών στην οριοθέτηση, να δείχνει ότι η δική της ανάγνωση είναι συμβατή με τον τρόπο με τον οποίο το διεθνές δίκαιο έχει ήδη ερμηνευθεί και εφαρμοστεί. Αυτό δεν μετατρέπει τη νομολογία σε πρωτογενή πηγή, αλλα την κρατά στη σωστή της θέση ως επικουρικό επιχείρημα.

Επομένως, η ορθή ελληνική μεθοδολογία θα πρέπει να είναι διττή.

1) Με κανονιστική θεμελίωση: η Ελλάδα να δηλώνει με σαφήνεια ποιος είναι ο εφαρμοστέος κανόνας της UNCLOS ή του εθιμικού δικαίου και ποιο συγκεκριμένο δικαίωμα απορρέει από αυτόν.

2) Και με επικουρική επιβεβαίωση: εφόσον το κρίνει σκόπιμο, να προσθέτει ότι η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τη διεθνή νομολογία και τη σχετική διεθνή πρακτική. Με αυτή τη σειρά, η χώρα δεν εμφανίζεται να εξαρτά το επιχείρημά της από προηγούμενες αποφάσεις, αλλά ούτε και να αγνοεί τον τρόπο με τον οποίο το διεθνές δίκαιο εφαρμόζεται στην πράξη.

 

ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ

Η συνέπεια αυτής της μεθοδολογίας για την ελληνική διπλωματική θέση είναι σαφής. Στην παράθεση των επιχειρημάτων της διεθνώς (και προς τον ΟΗΕ), η Ελλάδα πρέπει να αποφεύγει τη διατύπωση ότι: “Έχει δίκαιο επειδή έτσι έχει κρίνει η νομολογία” και να προτιμά τη διατύπωση ότι: “Το δικαίωμά της απορρέει από την UNCLOS και το εθιμικό δίκαιο, όπως αυτά έχουν σταθερά ερμηνευθεί”.

Έτσι εκτιμώ ότι διατηρεί την πρωτοκαθεδρία του πρωτογενούς κανόνα, επίσης σέβεται τον θεσμικό ρόλο του δικαστηρίου και, ταυτόχρονα, δεν εγκαταλείπει στην άλλη πλευρά το πεδίο της ερμηνευτικής πειθούς. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η πιο ισχυρή και άρτια ελληνική στάση.

 

Αφήστε μια απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε εδώ το όνομά σας