ΓΚΙΛΦΟΪΛ: ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΧΛΙΔΗΣ ΣΤΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΜΙΚΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ, άρθρο του Υποναυάρχου ε.α. Στέλιου Φενέκου

0
ΦΕΝΕΚΟΣ

Η άφιξη της Κίμπερλι Γκιλφόιλ στην Ελλάδα συνοδεύτηκε από μια ασυνήθιστη για τα διπλωματικά ειωθότα πολιτική, κοινωνική και επιχειρηματική κινητοποίηση.

Κυβερνητικά στελέχη, πολιτικοί, επιχειρηματίες, τραγουδιστές, λομπίστες, δημοσιοσχεσίτες, «φασιονίστας» και παράγοντες της δημόσιας ζωής έσπευσαν να αναδείξουν την προσωπική της σχέση με το περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ, καλλιεργώντας προσδοκίες για πρωτοφανή αναβάθμιση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων.

Η υποδοχή της, ωστόσο, ανέδειξε όχι μόνο διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής πολιτικής και επιχειρηματικής κουλτούρας, αλλά και την επιρροή επιφανειακών πολιτισμικών προτύπων στη δημόσια ζωή.

Η υπερβολική προσπάθεια κυβερνητικών παραγόντων να επιδείξουν οικειότητα και να εξασφαλίσουν μια φωτογραφία μαζί της, οι συνεχείς αναφορές στην προνομιακή πρόσβασή της στον Αμερικανό πρόεδρο και η πανηγυρική προβολή κάθε επαφής, μέσα σε ένα πολύχρωμο σκηνικό με στρας, παγιέτες και επιδεικτική χλιδή, δημιουργούσαν την εικόνα ενός πολιτικού επαρχιωτισμού που άγγιζε τα όρια της υποτέλειας.

Ανάλογη υπερβολή παρατηρήθηκε σε τμήμα του επιχειρηματικού κόσμου. Πολυτελείς εκδηλώσεις, κοσμικές εμφανίσεις και διαρκής προβολή του dolce vita διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον όπου η κοινωνική συναναστροφή με την πρέσβειρα εμφανιζόταν σχεδόν ως πιστοποιητικό επιχειρηματικής επιρροής.

Βεβαίως, η κοινωνική διπλωματία αποτελεί θεμιτό εργαλείο ανάπτυξης σχέσεων. Όταν όμως η επίδειξη προσωπικής εγγύτητας υποκαθιστά τη θεσμική σοβαρότητα, γεννά ερωτήματα για τα όρια μεταξύ δημόσιου αξιώματος, ιδιωτικών συμφερόντων και πολιτικής επιρροής.

Η ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ

Παρά την έντονα κοσμική παρουσία της, οι επίσημες ομιλίες της Αμερικανίδας πρέσβεως ήταν κατά κανόνα προσεκτικές, μετρημένες και προσαρμοσμένες στις διπλωματικές απαιτήσεις. Αναγνώριζαν την ιστορική και πολιτισμική σημασία της Ελλάδας, προέβαλλαν τη στρατηγική συνεργασία και απέφευγαν εμφανή διπλωματικά ατοπήματα.

Η διάκριση είναι σημαντική. Η προσωπική αισθητική και ο τρόπος κοινωνικής παρουσίας δεν αποτελούν από μόνα τους κριτήρια διπλωματικής αποτελεσματικότητας.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι «σε τι πραγματικά ωφελήθηκε η Ελλάδα»;

Οι ενεργειακές συμφωνίες, ο Κάθετος Διάδρομος, οι έρευνες υδρογονανθράκων και η αμυντική συνεργασία προβλήθηκαν ως σημαντικές επιτυχίες. Ωστόσο, πολλές πρωτοβουλίες είχαν δρομολογηθεί πριν από την άφιξή της, ενώ δεν υπάρχουν επαρκή δημόσια στοιχεία για να προσδιορίσουμε την προσωπική της συμβολή, το καθαρό οικονομικό όφελος ή τα συγκεκριμένα στρατηγικά ανταλλάγματα που εξασφάλισε η χώρα.

Η ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΚΑΙ Η ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ

Ήρθαν όμως οι αποκαλύψεις της Wall Street Journal, που άλλαξαν ριζικά το περιβάλλον.Οι καταγγελίες για οικονομικές απαιτήσεις έναντι πρόσβασης σε κυβερνητικούς αξιωματούχους, αμφιλεγόμενες επιχειρηματικές διασυνδέσεις, πολυτελείς φιλοξενίες και φερόμενες δηλώσεις περί δυνατότητας αμερικανικών παρεμβάσεων σε ξένες κυβερνήσεις έθεσαν σοβαρά ζητήματα διπλωματικής δεοντολογίας. Ιδιαίτερη βαρύτητα απέκτησαν οι αναφορές σε αίτημα εξόφλησης προσωπικής οφειλής 100.000 δολαρίων από χρηματοδότη του Τραμπ, με φερόμενο αντάλλαγμα την πρόσβαση σε αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης.

Οι καταγγελίες αμφισβητούνται από την πλευρά της και δεν συνιστούν αποδεδειγμένες παρανομίες. Προκάλεσαν, ωστόσο, θεσμική διερεύνηση και σοβαρή πολιτική κρίση. Η εξέλιξη υπήρξε καταλυτική. Ο ίδιος ο Τραμπ εξέφρασε δημόσια τη δυσαρέσκειά του και ο Λευκός Οίκος ζήτησε την παραίτησή της. Η Γκιλφόιλ αποχώρησε, διατηρώντας όμως θερμούς τόνους για τον Τραμπ, τον Ρούμπιο και το κίνημα MAGA.

Η πολιτική σημασία είναι προφανής, αφού ακόμη και η προσωπική εγγύτητα προς τον πρόεδρο δεν εξασφαλίζει διπλωματική ασυλία, όταν η παρουσία ενός πρέσβη μετατρέπεται σε πρόβλημα για την κυβέρνησή του.

Και όσοι στην Ελλάδα επένδυσαν υπερβολικά στην προσωπική της επιρροή αποστασιοποιούνται αφού βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με την κατάρρευση αυτής της προσδοκίας .

Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΠΡΕΣΒΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Το επόμενο ερώτημα είναι ποιος θα την αντικαταστήσει και με ποια αντίληψη θα ασκήσει τα καθήκοντά του. Χωρίς ακόμη επιβεβαιωμένη υποψηφιότητα, οι επιλογές περιλαμβάνουν επαγγελματία διπλωμάτη, έμπιστο πολιτικό πρόσωπο του Τραμπ ή εκπρόσωπο με ιδιαίτερη εμπειρία σε ενεργειακά και γεωστρατηγικά ζητήματα.

Όποιος όμως αναλάβει, θα βρεθεί μπροστά σε μια δύσκολη κληρονομιά.

Η παταγώδης αποτυχία της Γκιλφόιλ ενδέχεται να προκαλέσει αυξημένη επιφυλακτικότητα απέναντι σε ελληνικές επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, επενδυτικά σχέδια και πολιτικές δεσμεύσεις που συνδέθηκαν με την παρουσία της. Συμφωνίες και εξαγγελίες μπορεί να υποβληθούν σε αυστηρότερη επανεξέταση, με κριτήρια την οικονομική βιωσιμότητα, τη διαφάνεια και την πραγματική εξυπηρέτηση των αμερικανικών συμφερόντων. Ακόμη σοβαρότερη θα ήταν να υπάρξει μια αντίστοιχη επιφυλακτικότητα σε κρίσιμα γεωπολιτικά ζητήματα στην Ανατολική Μεσόγειο, στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, στην ενεργειακή ασφάλεια, στους διαδρόμους μεταφοράς φυσικού αερίου και στην περιφερειακή στρατηγική των ΗΠΑ.

Δεν σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον θα αμφισβητήσει αυτομάτως τη στρατηγική αξία της Ελλάδας. Υπάρχει όμως κίνδυνος η αμφισβήτηση της πρώην πρέσβεως και των διασυνδέσεών της να επηρεάσει την αξιολόγηση πρωτοβουλιών με πραγματική εθνική σημασία. Και αυτό θα αποτελούσε δυσανάλογο κόστος για τη χώρα.

ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ

Το σημαντικότερο δίδαγμα όμως για την χώρα μας δεν αφορά αποκλειστικά τη Γκιλφόιλ.

Αφορά μια ελληνική πολιτική και επιχειρηματική νοοτροπία που συχνά αναζητεί ισχύ μέσα από αθέμιτες προσωπικές προσβάσεις, κοινωνική προβολή και εύνοια ισχυρών ξένων παραγόντων, αντί μέσα από θεσμική συνέπεια και αξιοπιστία, διαπραγματευτική ικανότητα και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει τώρα να διασφαλίσει τη συνέχεια των ουσιαστικών στρατηγικών πρωτοβουλιών και συνεργασιών, αποσυνδέοντάς τες από πρόσωπα, ιδιωτικά συμφέροντα και επικοινωνιακές υπερβολές.

Η αποτυχία της πρέσβεως δεν πρέπει να μετατραπεί συλλήβδην σε αποτυχία των ελληνοαμερικανικών σχέσεων.

Η πραγματική επιτυχία μιας κυβέρνησης δεν μετριέται από το πόσο κοντά βρίσκεται στον εκάστοτε Αμερικανό πρέσβη, αλλά από το τι εξασφαλίζει για τη χώρα, με ποιο κόστος, με ποιες εγγυήσεις και με πόση θεσμική συνέπεια.

Γιατί η αξιοπρέπεια και η αξιοπιστία μιας χώρας δεν οικοδομούνται με φωτογραφίες δίπλα στους ισχυρούς, αλλά με την ικανότητά της κυβέρνησης της να συνομιλεί, να διαπραγματεύεται και να συνεργάζεται μαζί τους ως ισότιμος και αξιόπιστος εταίρος.

 

Αφήστε μια απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε εδώ το όνομά σας