Η συζήτηση για την επανέναρξη των ερευνών και την πόντιση του Great Sea Interconnector (GSI) κινδυνεύει να επικεντρωθεί σε λάθος ερώτημα.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι εάν μπορεί τεχνικά ή νομικά να ποντιστεί ένα ηλεκτρικό καλώδιο μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου. Είναι εάν, μέσα από τη διαδικασία των ερευνών και της πόντισης, η Ελλάδα πιέζεται για να αποδεχθεί προηγούμενη τουρκική άδεια και, κατ’ επέκταση, τουρκική δικαιοδοσία σε θαλάσσιες περιοχές των οποίων η υφαλοκρηπίδα δεν έχει οριοθετηθεί είτε αν και οριοθετημένη ΑΟΖ (Ελλάδα – Αίγυπτος) αμφισβητείται από την Τουρκία.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της τουρκικής θέσης για τα ελληνικά νησιά. Μετά το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, η Άγκυρα δήλωσε επισήμως ότι νησιά τα οποία βρίσκονται στην «αντίθετη πλευρά» της μέσης γραμμής μεταξύ δύο ηπειρωτικών ακτών δεν μπορούν να δημιουργούν θαλάσσιες ζώνες πέραν των χωρικών τους υδάτων. Το ίδιο το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο χάραξε όριο τουρκικών και λιβυκών θαλάσσιων ζωνών χωρίς να αποδώσει αντίστοιχη επήρεια στα παρεμβαλλόμενα ελληνικά νησιά.
Συνεπώς, εάν η Ελλάδα αποδεχόταν τουρκική αδειοδότηση για τις εργασίες έρευνας και πόντισης του καλωδίου, το πρόβλημα δεν θα ήταν μόνο επιχειρησιακό.
Η Τουρκία θα μπορούσε να επικαλεστεί αυτή τη συμπεριφορά ως στοιχείο αποδοχής της δικής της δικαιοδοσίας στις συγκεκριμένες περιοχές.
Αυτό δεν θα δημιουργούσε αυτομάτως estoppel ούτε θα έλυνε το ζήτημα οριοθέτησης, θα μπορούσε όμως να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο κρατικής πρακτικής.
Η UNCLOS KAI Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
Το άρθρο 79 της UNCLOS αναγνωρίζει το δικαίωμα πόντισης υποθαλάσσιων καλωδίων και αγωγών στην υφαλοκρηπίδα και προβλέπει ότι το παράκτιο κράτος δεν μπορεί καταρχήν να παρεμποδίζει την πόντιση ή συντήρησή τους. Κρίσιμη είναι η διάκριση ότι η συναίνεση του παράκτιου κράτους για τον καθορισμό της όδευσης προβλέπεται ρητά για τους αγωγούς (pipelines), όχι όμως για τα καλώδια (cables).
Η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην UNCLOS. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι βρίσκεται εκτός του γενικού δικαίου της θάλασσας. Πολλοί βασικοί κανόνες για την υφαλοκρηπίδα, την οριοθέτηση και το καθεστώς των νησιών έχουν αναγνωρισθεί από τη διεθνή νομολογία ως εθιμικοί.
Ήδη δε πριν από την UNCLOS, η ελευθερία πόντισης υποθαλάσσιων καλωδίων αποτελούσε αναγνωρισμένη χρήση της θάλασσας από τις αρχές του γενικού διεθνούς δικαίου.
Δυσκολότερο όμως είναι το ζήτημα των αναγκαίων ερευνών πριν από την πόντιση. Και αυτό γιατί μια σύγχρονη έρυενα (cable route survey) δεν περιορίζεται στη χαρτογράφηση του αναγλύφου του βυθού. Απαιτούνται βυθομετρικές και γεωφυσικές έρευνες με multibeam και side-scan sonar και sub-bottom profiling.
Ενδέχεται όμως να απαιτούνται και γεωτεχνικές εργασίες για να προσδιορισθούν η σύσταση και η μηχανική συμπεριφορά του υποστρώματος, η παρουσία άμμου, αργίλου, χαλικιών ή βράχου και η δυνατότητα ασφαλούς ταφής του καλωδίου.
Μπορούν να χρησιμοποιηθούν και δειγματοληψίες βυθού (sediment sampling, vibrocores και cone penetration tests). Η διερεύνηση επομένως μπορεί να αφορά όχι μόνο την επιφάνεια αλλά και το γεωλογικό και γεωτεχνικό υπόστρωμα του βυθού σε βάθος που εξαρτάται από τις τεχνικές απαιτήσεις της εγκατάστασης.
Αυτό ακριβώς αναδείχθηκε στην περίπτωση “Nord Stream–Εσθονίας”, όταν η Εσθονία αρνήθηκε άδεια για συγκεκριμένες γεωτεχνικές έρευνες επειδή περιλάμβαναν επέμβαση στον βυθό και μπορούσαν να παράσχουν γεωλογικές πληροφορίες σχετικές με την υφαλοκρηπίδα.
Σε μη οριοθετημένες θαλάσσιες περιοχές, τα άρθρα 74.3 και 83.3 της UNCLOS προβλέπουν ότι μέχρι την οριστική οριοθέτηση τα ενδιαφερόμενα κράτη οφείλουν να καταβάλλουν προσπάθεια για προσωρινές πρακτικές διευθετήσεις και να μην παρεμποδίζουν την επίτευξη της τελικής συμφωνίας.
Στην υπόθεση “Guyana–Suriname (2007)” το διαιτητικό δικαστήριο ανέδειξε ακριβώς αυτή την υποχρέωση συνεργασίας και αυτοσυγκράτησης. Παράλληλα έκρινε ότι η εξαναγκαστική απομάκρυνση ερευνητικού πλοίου με πολεμικά μέσα συνιστούσε παράνομη απειλή χρήσης βίας.
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ NAVAREA
Η Μεσόγειος υπάγεται στη NAVAREA III του “World-Wide Navigational Warning Service”, με συντονίστρια αρχή την Ισπανία.
Υπάρχει μάλιστα άμεσα σχετικό θεσμικό προηγούμενο.
Ο IHO έχει καταγράψει ότι, λόγω της διαφωνίας στις περιοχές εξυπηρέτησης NAVTEX στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν λειτουργεί πάντοτε ο απαιτούμενος συντονισμός και ο NAVAREA III Coordinator αξιολογεί τις πληροφορίες που λαμβάνει και, όταν απαιτείται, εκδίδει NAVAREA III Warning μέσω του διεθνούς συστήματος για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.
Επομένως υπάρχει μια πρακτική δυνατότητα για τον GSI.
Η αρμόδια εθνική αρχή θα μπορούσε να διαβιβάζει στον Ισπανό NAVAREA III Coordinator τα αναγκαία στοιχεία, ” πλοίο, ημερομηνίες, συντεταγμένες, χαρακτήρα εργασιών και απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας”.
Το μήνυμα θα μπορούσε να περιορίζεται σε ένα λιτό κείμενο της μορφής: «SUBMARINE CABLE OPERATIONS —– συγκεκριμένο πλοίο πραγματοποιεί εργασίες κατά μήκος των ακόλουθων συντεταγμένων——– WIDE BERTH REQUESTED.
Χωρίς αναφορά σε «ελληνική» ή «τουρκική υφαλοκρηπίδα». Χωρίς δήλωση περί άδειας. Χωρίς κρίση επί της οριοθέτησης.
Παράλληλα θα μπορούσε να εκδίδεται ελληνικό NAVTEX με το ίδιο αυστηρά ναυτιλιακό περιεχόμενο. Έτσι διαχωρίζονται τέσσερα διαφορετικά πράγματα:
– Ενημέρωση δεν σημαίνει αίτηση άδειας.
– Συντονισμός ασφαλείας δεν σημαίνει συναίνεση.
– NAVTEX ή NAVAREA warning δεν σημαίνει αναγνώριση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
– Ασφάλεια ναυσιπλοΐας δεν σημαίνει οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας.
Κάθε σχετική επικοινωνία θα μπορούσε επιπλέον να συνοδεύεται από ρητή επιφύλαξη ότι πραγματοποιείται “without prejudice to the respective legal positions concerning the delimitation of the continental shelf and the exclusive economic zone”.
Βέβαια η Τουρκία θα απαντούσε με anti-NAVTEX όπου θα εξέφραζε τις αντιρρήσεις και τις θέσεις της. Το κρίσιμο είναι εάν θα παραμείνει σε αυτό ή θα επιδιώξει την απαγόρευση διεξαγωγής των ερευνών με πολεμικά πλοία. 
ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ
Πρέπει όμως να είναι σαφές τι επιτυγχάνει και τι δεν επιτυγχάνει αυτός ο μηχανισμός.
Οι διαφορές κυριαρχικών δικαιωμάτων δέον όπως αντιμετωπίζονται στο επίπεδο του Διεθνούς Δικαίου και της Διπλωματίας, χωρίς η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και οι νόμιμες χρήσεις της θάλασσας να καθίστανται όμηροι αυτών των διαφορών.
Το NAVAREA III Warning δεν αδειοδοτεί τις γεωτεχνικές έρευνες ούτε επιλύει το νομικό καθεστώς τους. Εξασφαλίζει όμως κάτι διαφορετικό. Ότι η ενημέρωση για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω ουδέτερου διεθνούς μηχανισμού, χωρίς να προϋποθέτει αναγνώριση της δικαιοδοσίας που διεκδικεί οποιαδήποτε πλευρά.
Δεν χρειάζεται δηλαδή να επιλυθεί πρώτα η ελληνοτουρκική διαφορά για να λειτουργήσει το διεθνώς αναγνωρισμένο σύστημα ενημέρωσης των ναυτιλλομένων. Ούτε όμως πρέπει να συγχέεται η ναυτιλιακή ενημέρωση με τη νομική αδειοδότηση των εργασιών.
Εφόσον βέβαια και η Τουρκική πλευρά αρκεσθεί σε αυτό και δεν προσπαθήσει να επιβάλλει τις διεκδικήσεις της στο πεδίο με πολεμικά πλοία.
Προσωπικά δεν είμαι αισιόδοξος γι αυτό.




































