Πού οφείλεται η κρίση νομιμοποίησης των θεσμών; άρθρο του Κυριάκου Περιστέρη Πολιτικού Επιστήμονα– MSc Τοπικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης

0
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΗΣ

Η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς είναι συνισταμένη πολλών παραγόντων και διαμορφώνεται όταν επαναλαμβανόμενες εμπειρίες αναποτελεσματικότητας, άνισης μεταχείρισης, ασαφούς ευθύνης και περιορισμένης πολιτικής επιρροής αρχίζουν να συνθέτουν μια γενικότερη εικόνα για τον τρόπο λειτουργίας της δημόσιας εξουσίας. Η δυσαρέσκεια από επιμέρους αποφάσεις αποκτά τότε μονιμότερο χαρακτήρα και μετατρέπεται σε αμφιβολία για την ικανότητα των ίδιων των θεσμών να ανταποκρίνονται, να διορθώνονται και να εκπροσωπούν αποτελεσματικά την κοινωνία.

Οι πολίτες περιμένουν από το κράτος να αντιμετωπίζει σύνθετα προβλήματα και να προσαρμόζεται σε νέες οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές συνθήκες. Όταν διαρθρωτικά προβλήματα χρονίζουν και επηρεάζουν με την καθημερινότητα, η αμφιβολία μεταφέρεται από την εκάστοτε πολιτική στην ίδια την ικανότητα του συστήματος να παράγει αποτέλεσμα.

Η απονομιμοποίηση αυτή εντείνεται όταν υπάρχει αίσθηση αδικίας. Η εντύπωση ότι ορισμένοι διαθέτουν ευκολότερη πρόσβαση στην εξουσία, μεγαλύτερη δυνατότητα επηρεασμού ή ευνοϊκότερη μεταχείριση πλήττει άμεσα την αξιοπιστία των θεσμών. Ένα κράτος μπορεί να συγχωρεθεί για μια κακή επιλογή ή μια αργή διαδικασία πολύ ευκολότερα απ’ όσο για την πεποίθηση ότι λειτουργεί με διαφορετικά μέτρα και σταθμά.

Η διακυβέρνηση κατανέμεται σε πολλά επίπεδα και φορείς, γεγονός που δυσκολεύει συχνά τον σαφή προσδιορισμό του ποιος αποφάσισε, ποιος όφειλε να ελέγξει και ποιος αναλαμβάνει τις συνέπειες μιας αποτυχίας. Όσο περισσότερο σύνθετη γίνεται η άσκηση της εξουσίας, τόσο σημαντικότερη γίνεται η δυνατότητα καθαρής λογοδοσίας. Όταν η ευθύνη διαχέεται διαρκώς, ενισχύεται η εντύπωση ότι το σύστημα διαθέτει αποτελεσματικότερους μηχανισμούς για την άσκηση της εξουσίας από ό,τι για τον έλεγχο της χρήσης της.

Επίσης, η σχέση των κομμάτων με την κοινωνία έχει γίνει περισσότερο περιστασιακή και επικοινωνιακή. Η πολιτική λειτουργεί με τον γρήγορο ρυθμό της καθημερινής επικαιρότητας, ενώ τα σημαντικότερα κοινωνικά προβλήματα απαιτούν οργανωμένο σχεδιασμό πολιτικών. Η συνεχής παραγωγή δηλώσεων, και εξαγγελιών μπορεί έτσι να συνυπάρχει με μια επίμονη κοινωνική αίσθηση στασιμότητας. Η εκπροσώπηση αποδυναμώνεται όταν οι κοινωνικές ανάγκες εκφράζονται έντονα, αλλά δυσκολεύονται να μετατραπούν σε συνεκτικές και μακροχρόνιες πολιτικές προτεραιότητες.

Η εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα επηρεάζεται και από το κατά πόσο οι πολίτες θεωρούν ότι η εργασία, η εκπαίδευση και η προσωπική προσπάθεια μπορούν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη ασφάλεια και κοινωνική πρόοδο. Όταν οι προοπτικές κοινωνικής ανόδου και ευημερίας περιορίζονται, η δυσαρέσκεια αποκτά ευρύτερο πολιτικό περιεχόμενο. Το ερώτημα αφορά πλέον και το κατά πόσο οι θεσμοί οργανώνουν μια κοινωνία στην οποία οι ευκαιρίες παραμένουν πραγματικά ανοιχτές.

Την ίδια στιγμή, η δημόσια εξουσία λειτουργεί σε περιβάλλον πολύ μεγαλύτερης ορατότητας. Υπάρχει η δυνατότητα άμεσου ελέγχου γεγονός αυξάνει τις απαιτήσεις συνέπειας. Η ενημέρωση, όμως, έχει κατακερματιστεί και διαφορετικά τμήματα της κοινωνίας συχνά δεν συμφωνούν ούτε για την πραγματολογική βάση μιας υπόθεσης. Όταν η πολιτική διαφωνία δεν προτείνει λύσεις και περιορίζεται στον σχολιασμό γεγονότων , δυσκολεύεται η διατήρηση ενός κοινού πεδίου δημόσιας συζήτησης και η αξιοπιστία κάθε θεσμού γίνεται περισσότερο ευάλωτη στην πόλωση.

Η αναποτελεσματικότητα προκαλεί απογοήτευση, η ασαφής λογοδοσία ενισχύει την καχυποψία, η άνιση μεταχείριση προσθέτει την αίσθηση αδικίας και η αδύναμη εκπροσώπηση περιορίζει την πεποίθηση ότι η κατάσταση μπορεί να αλλάξει. Όταν αυτή η διαδικασία αποκτήσει διάρκεια, η δυσπιστία επηρεάζει την ίδια την κρατική λειτουργία. Για μια πολιτική απόφαση χρειάζεται μια ελάχιστη κοινωνική νομιμοποίηση η οποία είναι δυσεύρετη και ακόμη και αναγκαίες πολιτικές αντιμετωπίζονται με δυσπιστία η οποία δυσκολεύει περαιτέρω τη διακυβέρνηση.

Έτσι, θεσμικές αστοχίες μπορούν να μετατραπούν σε συνολική απαξίωση και να δημιουργούν την εντύπωση ότι η πολιτική συμμετοχή είναι κενή περιεχομένου. Σε αυτό το σημείο περιορίζεται η δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα σε διαφορετικές επιδόσεις, διαφορετικούς θεσμούς και πραγματικές πολιτικές επιλογές.

Η δημοκρατική λειτουργία προϋποθέτει ότι οι θεσμικές διαδικασίες παραμένουν ανοιχτές σε μελλοντική αλλαγή. Η μειοψηφία αποδέχεται την πλειοψηφία επειδή γνωρίζει ότι μπορεί να τη διεκδικήσει ξανά, και μια κοινωνική ομάδα αποδέχεται έναν δυσμενή συμβιβασμό επειδή διατηρεί τη δυνατότητα να οργανωθεί και να επιδιώξει διαφορετικό αποτέλεσμα. Όταν η εμπιστοσύνη στους θεσμούς υποχωρεί σε βαθμό ώστε οι διαδικασίες να θεωρούνται μεροληπτικές, κλειστές ή προσχηματικές, η διαφωνία μεταφέρεται από τις αποφάσεις στους ίδιους τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού.

Η κρίση των θεσμών βλάπτει επομένως τη δημοκρατία επειδή περιορίζει το κοινό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να συνυπάρχουν διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές επιλογές. Η δημοκρατία χρειάζεται κριτική, έλεγχο και αμφισβήτηση της εξουσίας· χρειάζεται όμως και την πεποίθηση ότι οι θεσμοί μπορούν να παράγουν δίκαιες διαδικασίες, να αναλαμβάνουν ευθύνη, να διορθώνουν τις αποτυχίες τους και να επιτρέπουν πραγματική πολιτική αλλαγή. Όσο αυτή η πεποίθηση εξασθενεί, η κρίση εμπιστοσύνης παύει να αφορά μόνο την ποιότητα της διακυβέρνησης και μετατρέπεται σε πρόβλημα της ίδιας της δημοκρατικής λειτουργίας.

Αφήστε μια απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε εδώ το όνομά σας