(Δεν θα ασχοληθώ με τα λάθη και τις ανεπάρκειες του παρελθόντος που μας οδήγησαν εδώ, αλλά κυρίως με το τι κάνουμε τώρα. Γιατί η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως μία ολοκληρωμένη στρατηγική άσκησης και προστασίας των θαλάσσιων δικαιωμάτων της).
ΤΙ ΑΛΛΑΖΕΙ ΚΑΙ ΤΙ ΟΧΙ
Η ομόφωνη έγκριση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου του 2019 από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, στις 20 Οκτωβρίου 2026, μεταβάλλει ουσιαστικά τα πολιτικά και στρατηγικά δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Δεν μεταβάλλει όμως τη γεωγραφία, το διεθνές δίκαιο, την κυριαρχία ή τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας.
Μέχρι σήμερα, το μνημόνιο αυτό αντιμετώπιζε μια σοβαρή εσωτερική αντίφαση.
Ότι είχε υπογραφεί από την κυβέρνηση Σάρατζ, χωρίς την έγκριση του λιβυκού κοινοβουλίου, το οποίο την είχε απορρίψει. Η σημερινή μεταστροφή περιορίζει αυτή τη νομική και πολιτική αδυναμία και επιτρέπει στην Τουρκία να επικαλείται την εσωτερική νομιμοποίηση του στην Λιβύη λόγω της συνολικής αποδοχής.
Αυτή η μεταγενέστερη επικύρωση μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να θεραπεύσει ελαττώματα εσωτερικής νομιμότητας και αρμοδιότητας.
Δεν μπορεί όμως να νομιμοποιήσει μια θαλάσσια οριοθέτηση εις βάρος τρίτων κρατών.
Η αρχή αυτή απορρέει από το διεθνές δίκαιο των συνθηκών και τη σχετική νομολογία.
Το σημαντικότερο πρόβλημα για την Ελλάδα δεν είναι η αυτοδίκαιη απώλεια δικαιωμάτων, αλλά η σταδιακή μετατροπή μιας αμφισβητούμενης συμφωνίας σε επιχειρησιακή πραγματικότητα, που δίνει την δυνατότητα στις λιβυκές αρχές και στις ναυτικές δυνάμεις τους (που μέχρι τώρα εεγχονταν εν πολλοίς από τον Χαφτάρ), να δράσουν στο θλάσσιο πεδίο εις βάρος της Ελλάδος. Πολύ πιθανό και με την συνδρομή της Τουρκίας
Η Τουρκία και η Λιβύη είναι πιθανό επίσης να επιχειρήσουν την έκδοση ανταγωνιστικών αδειών έρευνας, τη διεξαγωγή σεισμικών ερευνών, την αμφισβήτηση ελληνικών ενεργειακών οικοπέδων και την παρεμπόδιση ερευνητικών πλοίων ή υποθαλάσσιων διασυνδέσεων.
Έτσι, ακόμη και χωρίς στρατιωτική σύγκρουση, αυξάνεται το κόστος άσκησης ελληνικών δικαιωμάτων. Η αβεβαιότητα μπορεί να αποθαρρύνει επενδύσεις, να καθυστερήσει έργα και να δημιουργήσει συνθήκες σταδιακής κανονικοποίησης των τουρκολιβυκών αξιώσεων.
Παράλληλα, η προσέγγιση της Τουρκίας με τις αρχές της ανατολικής Λιβύης περιορίζει τα διπλωματικά περιθώρια της Ελλάδας και καθιστά δυσκολότερη την ελληνολιβυκή οριοθέτηση.
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΟΦΕΙΛΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΑΦΗΣ – ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΙΚΉ ΚΑΙ ΥΠΕΚΦΕΥΓΟΥΣΑ
1) Πρώτον, απαιτείται συστηματική νομική και διπλωματική αμφισβήτηση του Μνημονίου, με συγκεκριμένες συντεταγμένες, χαρτογραφική τεκμηρίωση και συνεχή παρουσία στον ΟΗΕ (όπως και έγινε ήδη). Η συνεργασία με την Αίγυπτο, την Κύπρο και την Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο, ενώ οι δίαυλοι επικοινωνίας με ολόκληρη τη Λιβύη πρέπει να παραμείνουν ανοικτοί.
2) Δεύτερον, χρειάζεται άμεσα πιο ενεργητική πολιτική επί των θαλάσσιων ζωνών.
Η ανακήρυξη ελληνικής ΑΟΖ νότια της Κρήτης, της Κάσου και της Καρπάθου, πέραν της νομοθετικής πρόβλεψης του νόμου Μανιάτη για τη μέση γραμμή (που όμως γραφει σε παρένθεση αφ’ης ανακηρυχθεί, το οποίο πρέπει να διαγραφεί) , θα ενίσχυε το πλαίσιο άσκησης οικονομικών δικαιωμάτων και δικαιοδοσιών. Δεν θα συνιστούσε, βεβαίως, μονομερή οριστική οριοθέτηση έναντι τρίτων κρατών.
3) Η επέκταση της χωρικής θάλασσας στα 12 ναυτικά μίλια, νότια και δυτικά της Κρήτης και γύρω από Κάσο και Κάρπαθο, αποτελεί αυτοτελές κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας, που μπορεί να ασκηθεί με κατάλληλη γεωγραφική, νομική και επιχειρησιακή προετοιμασία.
4) Η θέσπιση συνορεύουσας ζώνης έως 24 ναυτικά μίλια θα προσέφερε πρόσθετες δυνατότητες νόμιμου προληπτικού ελέγχου, ιδιαίτερα για τη μετανάστευση, χωρίς να αναιρεί τις υποχρεώσεις διάσωσης και διεθνούς προστασίας.
Οι τέσσερις αυτές επιλογές μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, με διαφορετικά επίπεδα κυριαρχίας και δικαιοδοσίας. Χρειάζονται όμως προσεκτική στάθμιση των αντιδράσεων, των θεμάτων ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και των επιχειρησιακών απαιτήσεων.
5) Απαιτείται αποτελεσματική θαλάσσια επιτήρηση, προστασία νόμιμων ερευνητικών δραστηριοτήτων και αξιόπιστη αποτροπή, σε συνδυασμό με μηχανισμούς αποκλιμάκωσης.
6) Οφείλει επίσης να επιδιώξει να μετατρέψει την ευρωπαϊκή αποδοκιμασία του τουρκολιβυκού μνημονίου σε συγκεκριμένο πλαίσιο πολιτικών και οικονομικών αντικινήτρων.
Να επιδιώξει δηλαδή πέραν της ρητής ευρωπαϊκής πολιτικής μη αναγνώρισης των αποτελεσμάτων του εις βάρος τρίτων κρατών, να συνδέσει και επιλεγμένες χρηματοδοτήσεις, επενδύσεις και συνεργασίες με τον σεβασμό των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Σε περίπτωση παράνομης παρεμπόδισης στο πεδίο ερευνών ή έργων ελληνικών συμφερόντων, να ζητήσει στοχευμένες ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά υπεύθυνων προσώπων και φορέων, με την απαιτούμενη νομική τεκμηρίωση και έγκριση του Συμβουλίου.
7) Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι έρευνες της Chevron νότια της Κρήτης, που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ανταγωνιστικές αδειοδοτήσεις, παρενοχλήσεις ερευνητικών πλοίων, ασφαλιστικές επιβαρύνσεις και επενδυτική αβεβαιότητα.
Η Ελλάδα πρέπει να εξασφαλίσει ευρωπαϊκή πολιτική στήριξη και αξιόπιστη προστασία των νόμιμων δραστηριοτήτων, χωρίς να επιτρέψει την εργαλειοποίηση της αστάθειας στη Λιβύη.
ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ
Η Ελλάδα δεν πρέπει να συγχέει την αποφασιστικότητα με την κλιμάκωση ούτε τη διπλωματική αυτοσυγκράτηση με την αδράνεια.
Η πραγματική πρόκληση δεν είναι απλώς να αποδεικνύουμε ότι έχουμε δικαιώματα, αλλά να μπορούμε να τα ασκούμε νόμιμα, αποτελεσματικά και χωρίς να επιτρέπουμε τη δημιουργία τετελεσμένων.
Το διεθνές δίκαιο αποτελεί το θεμέλιο αλλά πρέπει να αξιοποιηθούν και οι δυνατότητες της χώρας ως μέλους της ΕΕ να δημιουργήσει πιέσεις προς την Λιβυκή πλευρά.
Η συνεκτική εθνική στρατηγική, η διπλωματική ισχύς και η αποτρεπτική ικανότητα είναι τα μέσα που μπορούν να υποστηρίξουν τον σεβασμό των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και των εθνικών συμφερόντων.



































