Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΝ ΤΗ ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΣΑ/ΟΗΕ, άρθρο του Υποναυάρχου ε.α. Στέλιου Φενέκου

0

Η νέα κινητικότητα στο Κυπριακό δημιουργεί προσδοκίες, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, με βάση και την εμπειρία από τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται στις διεθνείς διαπραγματεύσεις για την υπέρβαση διαφορών και την επίτευξη συμφωνίας.
Οι συναντήσεις Χριστοδουλίδη–Έρχιουρμαν συνεχίζονται, ενώ οι διαμεσολαβητές του ΟΗΕ ολοκληρώνουν έγγραφο καταγραφής των συγκλίσεων που έχουν επιτευχθεί σε προηγούμενες διαπραγματεύσεις. Στόχος είναι να μην ξεκινήσει μια νέα διαδικασία από μηδενική βάση, αλλά από το σημείο όπου σταμάτησαν οι συνομιλίες στο Κραν Μοντανά.

Αυτό κατ’ αρχάς μπορεί να αποτελέσει θετική εξέλιξη. Η διατήρηση του διαπραγματευτικού κεκτημένου αποτρέπει την ατέρμονη επαναδιαπραγμάτευση όσων έχουν ήδη συμφωνηθεί. Υπάρχει όμως και ένας κίνδυνος, που πρέπει να εξεταστεί χωρίς προκαταλήψεις, να μετατοπιστεί σταδιακά, μέσω της ορολογίας και των διαπραγματευτικών τεχνικών, η πραγματική βάση της συζήτησης από το πλαίσιο που καθορίζουν οι αποφάσεις του ΣΑ/ΟΗΕ.
Οι αποφάσεις αυτές είναι συγκεκριμένες. Η απόφαση 750 (1992), επαναβεβαιώνοντας τις 649 και 716, προσδιορίζει μία λύση βασισμένη σε ένα κράτος της Κύπρου με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια, αποτελούμενο από δύο πολιτικά ισότιμες κοινότητες στο πλαίσιο δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας. Αποκλείει επίσης τη διχοτόμηση, την απόσχιση και την ένωση ολόκληρης ή μέρους της Κύπρου με άλλη χώρα.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ
Εδώ αποκτούν μεγάλη σημασία οι λέξεις που χρησιμοποιούνται στη διαπραγμάτευση.
Η «πολιτική ισότητα» (political equality) των δύο κοινοτήτων δεν σημαίνει ότι υπάρχουν δύο κυρίαρχα κράτη ούτε συνεπάγεται αριθμητική ισότητα σε κάθε θεσμό. Συνδέεται με την αποτελεσματική συμμετοχή των δύο κοινοτήτων στη λήψη αποφάσεων και με θεσμικές εγγυήσεις ώστε η μία κοινότητα να μην μπορεί να επιβάλλεται μονομερώς στην άλλη.

Σε ομοσπονδιακά συστήματα, μία από τις θεσμικές τεχνικές εξισορρόπησης είναι η ύπαρξη δύο νομοθετικών σωμάτων.
Μιας Βουλής όπου η εκπροσώπηση συνδέεται περισσότερο με τον πληθυσμό και μιας Γερουσίας ή δεύτερου σώματος όπου οι συνιστώσες οντότητες μπορούν να εκπροσωπούνται ισότιμα ή με ενισχυμένες εγγυήσεις.
Άλλες εξισορροπητικές διευθετήσεις μπορούν να αφορούν τη συμμετοχή στα κρατικά όργανα, ειδικούς κανόνες λήψης αποφάσεων, καθώς και τη ρύθμιση των θεσμών του Προέδρου και του Αντιπροέδρου.

Διαφορετική έννοια είναι η «κυρίαρχη ισότητα» (sovereign equality).
Εάν γίνει αποδεκτό ότι υπάρχουν δύο αυτοτελείς φορείς κυριαρχίας που στη συνέχεια συμφωνούν να δημιουργήσουν ένα κοινό μόρφωμα, αλλάζει η ίδια η αφετηρία της λύσης. Από δύο πολιτικά ισότιμες κοινότητες ενός ομοσπονδιακού κράτους μετακινούμαστε προς τη λογική δύο προϋπαρχουσών κυρίαρχων οντοτήτων.

Στις διεθνείς διαπραγματεύσεις χρησιμοποιείται συχνά και η τεχνική της «δημιουργικής ασάφειας» (constructive ambiguity), όπου επιλέγεται μια διατύπωση που επιτρέπει και στις δύο πλευρές να τη δεχθούν, αποδίδοντάς της διαφορετική ερμηνεία. Η τεχνική μπορεί να ξεπεράσει πρόσκαιρα ένα αδιέξοδο, αλλά εμπεριέχει τον κίνδυνο να μεταφέρει την ίδια σύγκρουση στο μέλλον.

Ακόμη σημαντικότερος είναι ο όρος «συγκλίσεις» (convergences). Σύγκλιση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην οριστική συμφωνία. Στις διαπραγματεύσεις εφαρμόζεται συχνά η αρχή «nothing is agreed until everything is agreed». Μια πλευρά μπορεί, για παράδειγμα, να έχει αποδεχθεί κάτι στο ζήτημα της διακυβέρνησης, επειδή ανέμενε αντίστοιχη παραχώρηση στο εδαφικό, στο περιουσιακό ή στην ασφάλεια.

Αυτή είναι η λογική της «συμφωνίας-πακέτου» (package deal). Εάν δεν διατηρηθεί αυτή η αλληλεξάρτηση και αργότερα απομονωθεί μία παραχώρηση από τις προϋποθέσεις που τη συνόδευαν και χαρακτηριστεί αυτοτελώς «συμφωνημένη σύγκλιση», τότε μεταβάλλεται ουσιαστικά η διαπραγματευτική της αξία.
Γι’ αυτό το νέο έγγραφο που επιχειρείται να διαμορφωθεί πρέπει να εξεταστεί όχι μόνο ως προς όσα περιλαμβάνει, αλλά και ως προς όσα παραλείπει, τον τρόπο με τον οποίο χαρακτηρίζει τις προηγούμενες θέσεις και τη λειτουργία που θα αποκτήσει στην επόμενη φάση.

Στη θεωρία των διαπραγματεύσεων υπάρχει επίσης το «Ενιαίο Κείμενο Διαπραγμάτευσης» (Single Negotiating Text), όπου ο διαμεσολαβητής συγκεντρώνει τις θέσεις σε ένα ενιαίο κείμενο, το οποίο αναθεωρείται διαδοχικά.
Η μέθοδος χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλες πολυμερείς διαπραγματεύσεις, όπως στη Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Το πλεονέκτημά της είναι ότι δημιουργεί κοινή βάση συζήτησης. Ταυτόχρονα, όμως, προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα σε εκείνον που επιλέγει τι θα συμπεριληφθεί, τι θα παραλειφθεί, πώς θα χαρακτηριστεί και με ποια ακριβώς διατύπωση.

Εδώ εμφανίζεται το φαινόμενο της «αγκίστρωσης» (anchoring) όταν  το πρώτο κείμενο γίνεται σημείο αναφοράς για το δεύτερο, το δεύτερο για το τρίτο και σταδιακά μπορεί να δημιουργηθεί ένα διαπραγματευτικό κεκτημένο (negotiating acquis).

Μπορεί έτσι να λειτουργήσει ένα είδος «φαινομένου της καστάνιας» (ratchet effect). Όπως ο μηχανισμός της καστάνιας επιτρέπει κίνηση κυρίως προς μία κατεύθυνση και δυσχεραίνει την επιστροφή, έτσι κάθε νέο διαπραγματευτικό κείμενο μπορεί να ενσωματώνει το προηγούμενο, να προσθέτει νέες συγκλίσεις και να καθιστά πολιτικά δυσκολότερη την επιστροφή στην προηγούμενη βάση.

ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ
Στην εν εξελίξει διαδικασία για το Κυπριακό, το κρίσιμο ερώτημα για το νέο έγγραφο που επιχειρείται να διαμορφωθεί από τους διαμεσολαβητές του ΟΗΕ δεν είναι μόνο «τι γράφει;», αλλά και «τι είναι;».
Είναι απλή ιστορική καταγραφή; Είναι κείμενο εργασίας; Ενιαίο διαπραγματευτικό κείμενο; Ή πρόκειται να αποτελέσει το σημείο εκκίνησης και το νέο σημείο αναφοράς των επόμενων διαπραγματεύσεων;

Απαιτείται συνεπώς μία σημαντική ασφαλιστική δικλείδα. Να είναι απολύτως σαφές ότι κάθε καταγεγραμμένη σύγκλιση παραμένει ενταγμένη στη συμφωνημένη βάση λύσης και στις αποφάσεις του ΣΑ/ΟΗΕ, ότι διατηρούνται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες είχε διαμορφωθεί και ότι μία υπό όρους παραχώρηση δεν μετατρέπεται εκ των υστέρων σε αυτοτελές συμφωνημένο κεκτημένο.

Δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή στοιχεία για να υποστηριχθεί ότι ο ΟΗΕ επιχειρεί αλλαγή της βάσης της διαπραγμάτευσης ή ότι μεθοδεύεται σταδιακή απομάκρυνση από τις αποφάσεις του ΣΑ/ΟΗΕ. Αυτό όμως δεν αναιρεί την ανάγκη προσεκτικού ελέγχου του σκοπού, της μεθόδου, του θεσμικού χαρακτήρα του εγγράφου και των εννοιών που χρησιμοποιούνται.
Γιατί στις μακροχρόνιες διεθνείς διαπραγματεύσεις οι μεγάλες αλλαγές δεν πραγματοποιούνται πάντοτε με μία θεαματική απόφαση. Μπορούν να προκύψουν από μικρές, διαδοχικές μετατοπίσεις λέξεων, εννοιών και διαδικασιών, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου αποκτούν τη δύναμη διαπραγματευτικού κεκτημένου.

Στο Κυπριακό, συνεπώς, η ακρίβεια των όρων και η αρχιτεκτονική της διαπραγμάτευσης δεν αποτελούν τεχνικές λεπτομέρειες. Αποτελούν μέρος της ίδιας της ουσίας της λύσης.

Αφήστε μια απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε εδώ το όνομά σας