Δύο συγγενή αλλά διαφορετικά δόγματα – διδάγματα από την κρίση των Ιμίων
Στη σύγχρονη στρατηγική σκέψη, η αποτροπή και η αποκλιμάκωση μέσω ελεγχόμενης κλιμάκωσης συγχέονται συχνά. Το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό σε ακαδημαϊκό επίπεδο. Έχει άμεσες επιπτώσεις στη λήψη αποφάσεων και στις επιχειρησιακές δράσεις στο πεδίο, ιδίως σε περιβάλλοντα όπως το ελληνοτουρκικό, όπου οι κρίσεις είναι επαναλαμβανόμενες και συχνά εξελίσσονται ταχύτατα. Παρότι τα δύο δόγματα μοιράζονται κοινά θεωρητικά θεμέλια, εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς και εφαρμόζονται σε διαφορετικές φάσεις της στρατηγικής αλληλεπίδρασης.
Η αποτροπή (deterrence) αποτελεί πρωτίστως στρατηγική πρόληψης και πειθούς. Στόχος της είναι να πείσει τον αντίπαλο να μην αναλάβει επιθετική ενέργεια, επειδή το αναμενόμενο κόστος θα υπερβαίνει το πιθανό όφελος. Η κλασική της διατύπωση βασίζεται στη σκέψη του Thomas Schelling, σύμφωνα με την οποία η ισχύς λειτουργεί όχι μόνο μέσω της χρήσης της, αλλά και μέσω της αξιόπιστης απειλής χρήσης. Η αποτροπή στηρίζεται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες: την ικανότητα επιβολής κόστους, την αξιοπιστία της βούλησης και της δυνατότητας δράσης, τη σαφή και συνεπή επικοινωνία, καθώς και τη σχετική προβλεψιμότητα της συμπεριφοράς. Όταν η αποτροπή πετυχαίνει, δεν παράγει ορατά γεγονότα, απλώς «δεν συμβαίνει τίποτα».
Αντίθετα, η αποκλιμάκωση μέσω ελεγχόμενης κλιμάκωσης ανήκει στο πεδίο της ενεργητικής διαχείρισης κρίσεων. Ενεργοποιείται όταν η αποτροπή έχει ήδη αποτύχει, δηλαδή όταν ο αντίπαλος έχει προβεί σε ενέργεια στο πεδίο ή έχει δημιουργήσει τετελεσμένα. Σε αυτή τη φάση, το βασικό δίλημμα δεν είναι πώς θα αποφευχθεί η κρίση, αλλά πώς δεν θα μετατραπεί σε γενικευμένη σύγκρουση. Η λογική της είναι παραδόξως δυναμική. Μια προσεκτικά σχεδιασμένη, περιορισμένη και ελεγχόμενη κλιμάκωση μπορεί να αυξήσει το κόστος της συνέχισης των ανεπιθύμητων ενεργειών για τον αντίπαλο και να τον ωθήσει σε παύση ή υποχώρηση.
Κεντρική έννοια της στρατηγικής αυτής είναι το λεγόμενο ελεγχόμενο ρίσκο (controlled risk). Το κράτος που κλιμακώνει στέλνει το μήνυμα ότι διαθέτει τόσο τη δυνατότητα όσο και τη βούληση να προχωρήσει περαιτέρω, αλλά ταυτόχρονα δείχνει ότι επιθυμεί να σταματήσει πριν η κατάσταση ξεφύγει από τον έλεγχο. Η επιτυχία της ελεγχόμενης κλιμάκωσης προϋποθέτει τρία κρίσιμα στοιχεία: αναλογικότητα των μέτρων, αυστηρό πολιτικο-στρατιωτικό έλεγχο και, κυρίως, την ύπαρξη μιας αξιόπιστης και αξιοπρεπούς εξόδου (off-ramp) για τον αντίπαλο. Χωρίς ορατή διέξοδο, η κλιμάκωση τείνει να αυτοτροφοδοτείται, ιδιαίτερα όταν οι στρατιωτικές δράσεις φέρουν εγγενώς το στοιχείο της περαιτέρω έντασης.
Οι ομοιότητες μεταξύ αποτροπής και ελεγχόμενης κλιμάκωσης είναι προφανείς. Και οι δύο βασίζονται στον υπολογισμό κόστους/οφέλους του αντιπάλου, απαιτούν αξιοπιστία και εξαρτώνται από την ορθή επικοινωνία προθέσεων. Οι διαφορές τους, όμως, είναι καθοριστικές. Η αποτροπή λειτουργεί πριν από την κρίση και στηρίζεται στη δυνητική ισχύ, ενώ η ελεγχόμενη κλιμάκωση λειτουργεί κατά τη διάρκειά της και συνεπάγεται πραγματική, έστω περιορισμένη, δράση. Η πρώτη επιδιώκει την αδράνεια του αντιπάλου, ενώ η δεύτερη την αλλαγή της συμπεριφοράς του.
Ιστορικά παραδείγματα, όπως η Κρίση των Πυραύλων της Κούβας (φυσικά δεν συγκρίνονται με την κρίση στα Ίμια όσον αφορά τα αίτια και το διακύβευμα), μας δείχνει ότι η ελεγχόμενη κλιμάκωση, όταν συνδυάζεται με αξιόπιστους διαύλους επικοινωνίας και ενεργητική διπλωματία, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο αποκλιμάκωσης. Ο ναυτικός αποκλεισμός που έκαναν οι ΗΠΑ κλιμάκωσε, αλλά ελεγχόμενα, και άφησε περιθώρια διαπραγμάτευσης και υποχώρησης χωρίς απώλεια κύρους. Και καθίσταται σαφές, ότι η απουσία σαφών κανόνων διαχείρισης και εμπλοκής, κοινής εικόνας κατάστασης ή συντονισμένων μηνυμάτων μπορεί να οδηγήσει σε μη αναστρέψιμη πορεία προς σύγκρουση.
ΤΑ ΙΜΙΑ ΚΑΙ Η ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΗ ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ ΓΙΑ ΑΠΟΚΛΙΜΑΚΩΣΗ
Η κρίση των Ιμίων ανέδειξε με ιδιαίτερη σαφήνεια τις συνέπειες της μη έγκαιρης διάκρισης μεταξύ αποτροπής και ελεγχόμενης κλιμάκωσης. Οι δύο χώρες έστειλαν διαφορετικά στρατηγικά μηνύματα μέσω της διάταξης των δυνάμεών τους. Η Ελλάδα προέβαλε ισχύ κυρίως μέσω ανάπτυξης ναυτικών μονάδων στο Αιγαίο, επιδιώκοντας να σηματοδοτήσει αποφασιστικότητα και έλεγχο της θαλάσσιας περιοχής. Η Τουρκία, αντίθετα, διατήρησε περιορισμένο και ελεγχόμενο ναυτικό αποτύπωμα στο Αιγαίο, ενώ ενεργοποίησε σημαντικές δυνάμεις στις μικρασιατικές ακτές, στέλνοντας διττό μήνυμα. Περιορισμένη πρόθεση τοπικής σύγκρουσης, αλλά ετοιμότητα ευρύτερης κλιμάκωσης σε άλλα πεδία. 
Η ελληνική αποτροπή, αν και στηριζόταν σε πραγματική στρατιωτική ισχύ και υψηλό επίπεδο ετοιμότητας, αποδυναμώθηκε από ασαφή πολιτικά μηνύματα, ελλιπή επικοινωνία και απουσία κανόνων εμπλοκής, έλλειψης κοινής αντίληψης μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας ως προς τα όρια κλιμάκωσης και την επιθυμητή τελική κατάσταση (End State). Αντίθετα, η τουρκική πλευρά προχώρησε σε μια σαφή και στοχευμένη ενέργεια ποιοτικής κλιμάκωσης, με την αποβίβαση ειδικών δυνάμεων στη νησίδα. Η ενέργεια αυτή δημιούργησε τετελεσμένο χαμηλής έντασης αλλά υψηλού συμβολισμού, χωρίς να οδηγεί αυτομάτως σε γενικευμένη σύγκρουση. Λειτούργησε ως πράξη εξαναγκασμού (compellence) με ελεγχόμενη κλιμάκωση, μεταφέροντας την πίεση στην ελληνική πλευρά και παρέχοντας ταυτόχρονα ένα «σημείο εξόδου» που διευκόλυνε τη διεθνή διαμεσολάβηση.
Η αποκλιμάκωση επήλθε τελικά μέσω εξωτερικής παρέμβασης και όχι μέσω επιβολής όρων από κάποια πλευρά. Το γεγονός αυτό αφήνει ανοιχτό το ζήτημα της αξιοπιστίας της αποτροπής και αναδεικνύει, για την Ελλάδα, την ανάγκη ενίσχυσης της θεσμικής διαχείρισης κρίσεων, ένα ζήτημα ιδιαίτερα σύνθετο σε ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα.
ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ
Για την Ελλάδα, το βασικό δίδαγμα είναι σαφές. Η αποτροπή είναι μεν αναγκαία αλλά δεν είναι επαρκής ώστε να αποτρέπεται η Τουρκία από το να δημιουργεί κρίσεις.
Η σύγχρονη μάλιστα εμπειρία δείχνει ότι πολλές κρίσεις δεν ξεκινούν αποκλειστικά από κρατικές στρατιωτικές ενέργειες, αλλά και από πολίτες, ιδιωτικούς φορείς, εμπορικές δραστηριότητες κλπ. Σε τέτοιες «κρίσεις από κάτω», η κλασική στρατιωτική αποτροπή δεν λειτουργεί αποτελεσματικά. Απαιτείται συνεκτική κρατική λειτουργικότητα με καθημερινή παρουσία, επιτήρηση, επιβολή δικαιοδοσίας και θεσμική μνήμη. Σε ένα περιβάλλον όπως το Αιγαίο, η ικανότητα διαχείρισης των γκρίζων ζωνών και της προσπάθειας διεύρυνσης της δικαιοδοσίας (creeping jurisdiction) που επιχειρεί καθημερινά η Τουρκία, δεν είναι συμπληρωματική της εθνικής άμυνας. Είναι αναπόσπαστο μέρος της,
Η κατανόηση δε της διαφοράς μεταξύ αποτροπής και αποκλιμάκωσης μέσω κλιμάκωσης δεν αποτελεί θεωρητική άσκηση. Είναι προϋπόθεση στρατηγικής ωριμότητας και εθνικής ασφάλειας.
Γι’ αυτό απαιτείται διακριτό δόγμα διαχείρισης κρίσεων, εκπαίδευση στην ελεγχόμενη κλιμάκωση και θεσμικοί μηχανισμοί που να μετατρέπουν την εμπειρία σε γνώση (όπως το Διακλαδικό Κέντρο Ανάλυσης –Joint Lessons Learned- που έχω προτείνει και στην πολιτική ηγεσία).



































